Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2021

Κονδύλης και Γονατάς στο Τυπογραφείο



Μια προσωπική αφήγηση και ένα απολαυστικό περιστατικό που αναφέρεται στη γνωριμία Παναγιώτη Κονδύλη και Επαμεινώνδα Γονατά και στη φιλική σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ τους.
του Α. Καλιακατσου

Εκείνη τη μέρα, 12 Οκτωβρίου 1983, στις 2 το μεσημέρι περίμενα στο τυπογραφείο τον Κονδύλη να πάρει διορθώσεις του βιβλίου, στη σειρά της «Γνώσης» που διηύθυνε, και να δει επί τόπου δοκίμια του εξωφύλλου. Το ραντεβού είχε οριστεί 6 μήνες νωρίτερα. Γερμανική συνέπεια και εκνευριστική ακρίβεια, χρόνια τώρα. Ήμουν, βεβαίως, έτοιμος – κι ας τολμούσα να κάνω αλλιώς. 
Νωρίτερα, στις 11, θα κατέφθανε ο Γονατάς να ρίξει μια ματιά στις τελευταίες (;) διορθώσεις του βιβλίου του. Οι ώρες ταίριαζαν και για τις δυο δουλειές. Όμως, κι αυτό καθόλου ασυνήθιστο, ο Νώντας αντί για τις 11 ήρθε με «ολίγη καθυστέρηση» στις 2 παρά τέταρτο. Καθώς του ’φτιαχνα καφέ, ευχόμουν ο Τάκης να καθυστερήσει. Δουλειά με την ταυτόχρονη παρουσία και των δύο δεν μπορούσε να γίνει.
Δύο ακριβώς άνοιγε η πόρτα και χαιρετώντας με εκ του μακρόθεν ανέκραξε, με το γνωστό τρανταχτό, μεταδοτικό του γέλιο: «Χαίρε, λευκέ νέγρε!». Όταν ερχόταν από τη Χαϊδελβέργη μάς στόλιζε, καθώς μας έβρισκε συγκεντρωμένους να τον περιμένουμε, με τα παρόμοια. Το καλοκαίρι το περνούσε στη Γερμανία, γιατί έλειπαν οι Γερμανοί σε διακοπές, και ξεχειμώνιαζε στην Αθήνα καθώς είχαν επιστρέψει. «Χαίρε ευδαίμων Αραβία! Περνάτε, ευθύς αμέσως, από τη θερινή ραστώνη στη χειμερία νάρκη» και άλλα ανάλογα, γελώντας σύγκορμος. Μας πονούσε, αλλά δεν είχε κι άδικο.

Βρέθηκα σε δύσκολη θέση για την άκαιρη συνάντηση. Στην αμηχανία μου τα θαλάσσωσα στις συστάσεις. «Ο φιλόσοφος Παναγιώτης Κονδύλης» στον Νώντα, «Ο ποιητής Εψιλον Χι Γονατάς» στον Τάκη.

Ο Νώντας γινόταν έξαλλος όταν άκουγε «φιλόσοφος». 
- «Πάψε, βρε πουλάκι μου, αυτοί τριχοτομούν την τρίχα. Γράφουν για να συλλέξουν μόρια στην πανεπιστημιακή τους καριέρα. Φλυαρίες που δεν αφορούν κανέναν. Ο τελευταίος φιλόσοφος που διαβάζω ξανά και ξανά είναι ο Σοπενάουερ». 
- «Μαζεύεις εδώ όλα τα ψώνια, ποετάστρους της συμφοράς. Επειδή δεν μπορούν να γράψουν συγκροτημένα δέκα αράδες καταλογάδην, κάνουν ποιήματα με ασυναρτησίες και τρισάθλια ελληνικά και τα δικαιολογούν ως ποιητικές άδειες. Αδειο είναι το κεφάλι τους».

Αρπάχτηκαν για τα καλά, βεβαίως με «αστική ευγένεια», λόγω ανατροφής. Ο Τάκης έφυγε πριν της ώρας του, κατακόκκινος από θυμό, χωρίς καν να μας χαιρετίσει.

- «Είδες που έχω δίκιο. Είναι αυτός ο φουσκωμένος διάνος φιλόσοφος; Να τη βράσω την πολυξεροσύνη και γλωσσομάθειά του. Δεν αντιλαμβάνεται απολύτως τίποτα».

Την επαύριο ήρθε ο Τάκης να πάρει τα δοκίμια. 
- «Είδες που έχω δίκιο για τα ψώνια που μαζεύεις; Και το μεγαλύτερο είναι αυτός ο Εψιλον Χι».

Κάνα μήνα αργότερα, στο τυπογραφείο, Σάββατο μεσημέρι για την καθιερωμένη κρασοκατάνυξη και τα συναφή. Συνήθεια χρόνων. Συνέπεσαν οι δυο τους χωρίς να ανταλλάξουν καν χαιρετισμό. Γρήγορα έδεσαν τα «πηγαδάκια». Οι «φιλολογούντες» στον κύκλο του Γονατά και οι «φιλοσοφούντες» στου Κονδύλη. Οι πρωταγωνιστές έδειχναν εμφανώς να «αδιαφορούν» παντελώς ο ένας για τον άλλον. 
Υποτίθεται...  
Με την άκρη του ματιού και τα αυτιά τσιτωμένα παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα στη διπλανή παρέα. 
- «Κύριε Κονδύλη, για ποιον Γιούγκερ μιλάτε;». 
- «Μα για τον Ερνστ, κύριε Γονατά». 
- «Τον ξέρετε; Έχω τα Απαντά του, σε γαλλική μετάφραση. Τον λατρεύω». 
- «Είναι φίλος μου. Τον επισκέπτομαι συχνά. Η πολίχνη που διαβιεί είναι κοντά στη Χαϊδελβέργη. Έχουμε και αλληλογραφία». 
- «Και είναι πράγματι 88 χρονών, κυκλοφορεί με ποδήλατο και καπνίζει 4 πακέτα άφιλτρα τσιγάρα;».
- «Ακριβώς. Βλέπω γνωρίζετε λεπτομέρειες!».

Όλοι μας ακούγαμε το όνομα του Γερμανού συγγραφέα πρώτη φορά. Στα ελληνικά δεν είχε, μέχρι τότε, κυκλοφορήσει τίποτε. Οι κύκλοι όμως παρέμεναν άτμητοι. Σε λίγο: 
- «Ακουσα, κύριε Γονατά, να αναφέρεσθε με θαυμασμό στον Γκριλπάρτσερ. Σπουδαίος. Τον αναγιγνώσκω μετ’ ευχαριστήσεως».

Μετά από κάμποσα τέτοια οι κύκλοι ενώθηκαν. Τα «κύριε» ευθύς παραμερίστηκαν και, πράγμα απρόσμενο για τις πεποιθήσεις και των δύο, αντικαταστάθηκαν με τα τρυφερά «Τάκη μου», «αγαπητέ μου Νώντα». 
Δεν υπήρχε περιοχή της Τέχνης που να μην κατείχαν και τις υποσημειώσεις. Λάτρευαν τον Μπονιουέλ, τον Σκριάμπιν, τον Αϊβαζόφσκι, τον Λεσκώφ, τον Σολωμό, τους Ρώσους παντός καιρού και εποχής (ο Τάκης τους διάβαζε στο πρωτότυπο), τη νεοελληνική παραλογοτεχνία (Ιωάννη Σκουτερόπουλο, Αγγελο Τσουκαλά, Αριστείδη Κυριακό…), τους βυζαντινούς υμνωδούς (έψαλαν παρέα, όχι βεβαίως σε εκκλησία) και ό,τι άλλο βάλει ο νους.

Ο Κονδύλης αρκετές φορές μας είχε κεραυνοβολήσει: 
- «Την ουσία του έργου μου μόνον ο Γονατάς έχει σε βάθος κατανοήσει, που δεν με διαβάζει κιόλας». 
- «Τάκη μου, αυτά τα απέραντα πονήματά σου δεν τα μπορώ. Ανιώ αφάνταστα. Τ’ άλλα όμως, Παβέζε, Λίχτενμπεργκ, Σαμφόρ, Ριβαρόλ και τα σχετικά τα μελετώ εξονυχιστικώς». 

Οι εκλεκτικές τους συγγένειες, γειτόνευαν και τα σπίτια τους —στην Κηφισιά ο ένας, στον Κοκκιναρά ο άλλος—, δημιούργησαν ξεχωριστή, εγκάρδια φιλία. Είχαν διαβάσει τα ίδια βιβλία, συγκινηθεί με παραπλήσιες ουράνιες μουσικές, συναπαντηθεί με εξαίσιους θιάσους. Για τον μόνο άνθρωπο που με ρωτούσε ο Τάκης τι κάνει, στα πυκνά τηλεφωνήματά του από τη Γερμανία, ήταν ο Νώντας. 
- «Δεν φανταζόμουνα ποτέ ότι θα συναντούσα στην καθ’ ημάς Ανατολή έναν αληθινά καλλιεργημένο άνθρωπο σαν τον Γονατά. Να μου τον ασπασθείς αλά ρωσικά». 

Ο Γονατάς δεν σήκωνε το τηλέφωνο παρά μόνο αν χτυπούσε με μυστικό σήμα. Συχνά τα μπέρδευε τα συνωμοτικά και δεν το σήκωνε καθόλου. Έχουμε περάσει ώρες πολλές με γέλια, αθώα πειράγματα εκατέρωθεν και καλή καρδιά, αλλά και συζητήσεις απροσμέτρητης ευφορίας.

Ο Νώντας, όταν πέθανε ο Τάκης (θλίψη ασήκωτη), στο γραφείο του κορνίζωσε και τοποθέτησε δίπλα στις φωτογραφίες του Τσέχωφ και του Φλωμπέρ (τους δασκάλους του, όπως έλεγε) και εκείνη του Τάκη, χαρισμένη από τον ίδιο τον Κονδύλη, μετά από φορτικές παρακλήσεις του Εψιλον Χι. Χειρονομία μία και μοναδική.

_________________________________________________________
Ένα ''δάνειο'' από το αφιέρωμα της ''Εφημερίδας των Συντακτών''


  ΕΛΕΓΧΟΣ 

Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2021

Υπόγεια πόλη, Ο Ξενοφών ονομάζει τους κατοίκους σαν τρωγλοδύτες





Την πόλη μπορούν να την σφραγίσουν από μέσα με μεγάλες πέτρινες πόρτες που ζυγίζουν έως και 500 κιλά ! Κελάρια, τραπεζαρίες και παρεκκλήσια. Εργαστήρια παραγωγής κρασιού και λαδιού, στάβλοι.
Οι αποθήκες, οι πηγές και τα φρεάτια εξαερισμού... μπορούσαν να εξασφαλίσουν τη μακροχρόνια παραμονή των ανθρώπων που φιλοξενούσε αυτή η υπόγεια πόλη στη Μαλακοπή.
Αρχικά κτίστηκε από τους Φρύγες, μεταξύ 8ου και 7ου αιώνα π.Χ. σύμφωνα με το τουρκικό τμήμα πολιτισμού και μετά διευρύνθηκε κατά τη βυζαντινή εποχή. Πιθανόν όμως αυτό να έγινε και από τους Χιττίτες ακόμα παλαιότερα όπως το 1.400 π.Χ. 

Η αρχαιότερη γνωστή πηγή είναι ο Ξενοφών ο οποίος αναφέρει στο έργο του ‘Ανάβασις’ ότι οι τρωγλοδύτες κάτοικοι της Ανατολίας έσκαβαν υπόγεια τα σπίτια τους με την άνεση να χωρούν ολόκληρη οικογένεια, με οικόσιτα ζώα και αποθήκες τροφίμων.




Το 1963 ένας κάτοικος του χωριού Μαλακοπή (Derinkuyu στα Τουρκικά, που σημαίνει Βαθύ Πηγάδι) στην περιοχή της Καππαδοκίας, γκρεμίζοντας ένα τοίχο στο σπίτι του που ήταν -όπως όλα της περιοχής- σκαμμένο στο βράχο, ανακάλυψε έκπληκτος, ότι πίσω από τον βράχο υπήρχε ένα μυστηριώδες δωμάτιο το οποίο δεν είχε ξαναδεί. Αυτό το δωμάτιο τον οδήγησε σ’ ένα άλλο και μετά σε άλλο και ούτω καθ’ εξής.

Οι αρχαιολόγοι άρχισαν να μελετούν την υπόγεια πόλη και έφτασαν στα 40 μ. βάθος. Τελικά ανακαλύφθηκαν 11 επίπεδα εκ των οποίων μόνο στα οκτώ πρώτα είναι δυνατή η επίσκεψη, κάτι που ξεκίνησε το 1969. Στα υπόλοιπα γίνονται ακόμα μελέτες και ανασκαφές, από τους αρχαιολόγους.

Η υπόγεια πόλη στο σημερινό Derinkuyu έχει όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία που υπάρχουν και στις άλλες υπόγειες πόλεις- συγκροτήματα της ευρύτερης περιοχής της Καππαδοκίας όπως: εργαστήρια κρασιού και ελαίου, στάβλους, κελάρια, δωμάτια αποθήκευσης, τραπεζαρίες και παρεκκλήσια. Μοναδικό στοιχείο στο συγκρότημα του Derinkuyu, το οποίο βρίσκεται στο δεύτερο επίπεδο, είναι ένα ευρύχωρο δωμάτιο με μια θολωτή οροφή.






Έχει αναφερθεί ότι αυτό το δωμάτιο χρησιμοποιήθηκε ως Θρησκευτική Σχολή ενώ τα δωμάτια στο αριστερό του μέρος προοριζόταν για μελέτη. Μεταξύ των τρίτου και τέταρτου επιπέδου υπάρχει μια κάθετη σκάλα. Αυτό το πέρασμα οδηγεί σε μια σταυροειδή εκκλησία στο χαμηλότερο επίπεδο.

Η 55 μ. κυλινδρική στήλη εξαερισμού, εμφανίζεται να χρησιμοποιείται ως φρεάτιο. Η κυλινδρική στήλη παρείχε επίσης το νερό για να πλένονται οι διαμένοντες, όταν ο εξωτερικός κόσμος δεν τους ήταν προσιτός.

Την πόλη μπορούσαν να την σφραγίσουν από μέσα με μεγάλες πέτρινες πόρτες. Διέθετε επίσης αποθήκες, πηγές και φρεάτια εξαερισμού που έφταναν μέχρι 30 μ. βάθος, έτσι καθιστούσαν δυνατή τη μακροχρόνια παραμονή σ’ αυτές. Η υπόγεια πόλη στη Μαλακοπή (Melegubu ή Derinkuyu) είναι η μεγαλύτερη που έχει ανασκαφτεί στην Τουρκία.

Το συγκρότημα έχει συνολικά 11 επίπεδα, αν και πολλά από αυτά δεν έχουν ανασκαφεί. Καλύπτει μια έκταση 2.000 τετραγωνικών ποδών, η οποία πιθανόν να φτάνει τα 7.000 τετραγωνικά πόδια (650 τετρ. μέτρα). Κάθε επίπεδο θα μπορούσε να κλείσει ανεξάρτητα από τα άλλα. Η πόλη είναι συνδεδεμένη με άλλες υπόγειες πόλεις με σήραγγες πολλών χιλιομέτρων.




Οι βαριές πέτρινες πόρτες, οι οποίες απομόνωναν το υπόγειο συγκρότημα από τον έξω κόσμο. Αυτές έχουν ένα ύψος 1-1,5 μ, 30-50 εκατ. στο πλάτος και ζυγίζουν 200-500 κιλά.

Η τρύπα στο κέντρο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ανοιγοκλείνει η πόρτα-μυλόπετρα, ή για να βλέπουν ποιός είναι στην άλλη πλευρά. Πολλές παγίδες είχαν σχεδιαστεί για να παραπλανήσουν, να απομονώσουν και να φυλακίσουν τους εισβολείς οι οποίοι εάν έπεφταν μέσα ήταν καταδικασμένοι σε αργό και μαρτυρικό θάνατο.

Οι επιτιθέμενοι, γνωρίζοντας τις παγίδες που περιμένουν αυτούς που εισβάλλουν, συνήθως προσπαθούσαν να κάνουν τον τοπικό πληθυσμό να αφήσει τα καταφύγια του, με τη δηλητηρίαση των φρεατίων. Οι κατασκευαστές όμως είχαν προβλέψει και αυτόν τον κίνδυνο και είχαν ανοίξει πηγάδια τα οποία ποτέ δεν έφθαναν στο επίπεδο της επιφάνειας της γης.

Η υπόγεια πόλη στη Μαλακοπή χρησιμοποιείτο για να κρύβονται και οι πρώτοι Χριστιανοί, που κατόρθωναν να ξεφύγουν από τη δίωξη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Όλα τα ευρήματα των ανασκαφών, σε αυτές τις υπόγειες κατασκευές ανήκουν στη μέσο βυζαντινή περίοδο, δηλαδή μεταξύ του 5ου και του 10ου αιώνα μ.Χ.




*  Οι υπόγειες κατασκευές, χρησιμοποιούνται γενικά ως καταφύγιο και για θρησκευτικούς λόγους, οι διαμάχες γύρω από τους οποίους αυξάνονται κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Οι Ελληνόφωνες χριστιανικές κοινότητες της περιοχής προστατεύονταν κλείνοντας τις πόρτες των καταφυγίων, για να αποφύγουν τις αραβικές επιδρομές του χαλιφάτου Umayad που άρχισαν τον 7ο αιώνα και των Αβασιδών αργότερα.

Οι υπόγειες πόλεις στη Καππαδοκία είναι πάρα πολλές (τουλάχιστον 200 με δύο επίπεδα και 40 με τρία και πάνω) και έχουν κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα όπως δωμάτια για την αποθήκευση τροφίμων, κουζίνες, στάβλους, εργαστήρια κρασιού ή ελαίου και αγωγούς για τον εξαερισμό. Η υπόγεια πόλη της Μαλακοπής, με τα ένδεκα επίπεδα και το μεγάλο βάθος της των 85 μέτρων, ήταν αρκετά μεγάλη για να προστατεύσει από 3 έως και 50 χιλιάδες ανθρώπων, μαζί με το ζωικό τους κεφάλαιο.



ΕΛΕΓΧΟΣ