Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2022

Επί τη γεννήσει του διαδόχου Κωνσταντίνου Α'



ΕΙΣ ΤΟΝ ΔΙΑΔΟΧΟΝ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝ. ΘΡΟΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΝ

Άρον τάς Πύλας, Σιών τού γένους,
Ό αυτοκράτωρ προβαίν' ημών,
Όν ώνειρεύθης είς τεθλιμμένους
Χρόνους όνείδους καί στεναγμών·

Τά ράκη έκδυσαι τής χηρείας·
Μακράν τής κόμης σου ή σποδός·
Παύσον τά δάκρυα τής πικρίας,
Νέας άνοίγει δόξης όδός.

Φωνή κυρίου έπί υδάτων·
Είς τόν λαόν του δώσει ίσχύν,
Αίσχρών άλύσεων απαλλάττων·
Πάς όρθωθήτω δούλου αύχήν.

Μετά φρικώδη νύκτα πρωΐα
Γλυκεί, ανέφελος μειδιά·
Κωπαζ' ή θλίψις έν τή καρδία·
Χρώμα λαμβάνει ή παρειά.

Μέ χρώμα ρόδου τέρψιν έκφράζει, 
"Ητις ώς χείμαρρος πλημμυρεί·
Πνίγει τό στήθος, δέν ήσυχάζει,
Είς στήθος "Ελληνος δεν χωρεί.

Φέρετε λίβανον και χρυσίον·
Βουκόλοι σπεύσατε και βοσκοί,
Μάς έγεννήθη ξανθόν παιδίον·
Ή προφητεία ή μυστική.

Μούσα, τί σκέπτεσαι; συναγάλλου·
Στέψον τήν κόμην μ' άνθη κ' έμπρός·
Τήν λύραν λάβε έκ τού πασσάλου, 
Καί μέ καρδίαν πλήρη πυρός,

Είς πολυχρύσους έλθέ αίθούσας·
Άλλά μή σπεύδης, όλισθηρόν
Έκεί το έδαφος είς τάς Μούσας,
Και πάθης τραύμα όδυνηρόν.
 
Είς πορφυρόχρουν έκεί κοιτίδα
Θά εύρης νήπιον ιλαρόν,
Τού γένους, Μούσα μου, τήν επλίδα,
Τό όνειρόν μας τό τρυφερόν.

Βαυκάλισέ το μέ τάσματά σου,
Χωρίς είς μύθους νά πλανηθής,
Και είς τάς πτέρυγας τού Πηγάσου
Έν τώ αίθέρι λησμονηθής.

Βαυκάλισέ το μέ τάσματά σου.
Είπέ τω  ότι μέγας πολύ
Θα γίνη άρχων τής διθαλάσσου 
Έκείνης χώρας όπου φυλή

Φυλή άγρία μόνον είς αίμα
Καρδίαν τέρπουσα σιδηράν
Αύτοκρατόρων Έλλήνων στέμμα
Έσφετερίσθη είς φοβεράν

Στιγμήν όλέθρου και άγωνίας
Κ' έστεψε μέτωπον ρυπαρόν,
Και θρόνον έστησεν άτιμίας
Είς την βασίλισσαν των χωρών.

Είπέ τω όλην, τήν τού  γένους
Τήν ίστορίαν την θλιβεράν·
 Αίώνας δίελθε τεθλιμμένους,
Άλλα μη κρύπτης καί τήν χαράν

Ότι τό έθνος έν τή βαρεία
Τής τρικυμίας του συμφορά
Ήτο ό λύχνος έν τή σκοτία,
Μόν' είς τόν πάγον τής γής πυρά.

Είπέ τω τάθλα του Μαραθώνος,
Τής Σαλαμίνος, τών Πλαταιών,
Ότ' έπολέμησε ταυτοχρόνως
Κατά χιλίων τής γής λαών,

Καί της Άσίας τήν έπηρμένην
Όφρύν κατέβαλε, θαυμασμού
Πληρών τήν τρέμουσαν οίκουμένην
Είς τόσον βήμα ήρωϊσμού.

Μή λησμονήσης τόν Μακεδόνα·
Φλέβα δέν είχε ξένην αύτός,
Έλλην έτράφη μέ τ'άνθη μόνα
Όσα παράγει ο Υμηττός. 

Φέρων τα δόγματα τά μεγάλα
Τών φιλοσόφων τών Άθηνών
Να μεταδώση είς έθνη άλλα
Ζώντα είς τάρταρον σκοτεινόν

Είργάσθη, θραύων έν Έκβατάνοις
Τόν ύπερήφανον κολοσσόν
Τής βαρβαρότητος καί τής πλάνης
Καί πνεύμ' ανώτερον έμφυσσών.

Είπέ τω, έτι δέν είνε μύθοι·
ότι παιδίον δέκα έτών
Μέγαν, άτίθασσον ήδυνήθη
Ίππον, Βουκέφαλον πτερωτόν,

Ύπό τα σκέλη του νά δαμάση,
Καί ό πατήρ του τόν νικητήν
Τού κόσμου έβλεπεν έν έκστάσει
Είς τήν μεγάλην τόλμην αυτήν.

Παράλειψέ τω τής Χαιρωνείας
Τήν μυριόνεκρον συμπλοκήν,
Τής ταλαιπώρου Δημοκρατίας
Πνοήν έσχάτην, σπασμωδικήν.

Είς τάς πρασίνους όχθας τού Νείλου
Έλθέ· είπέ τω ποίοι έκεί
Ύπό τάς πτέρυγας όμοφύλου
Καρποί παρήχθησαν έθνικοί.

Έκεί του Λόγου παρεσκευάσθη
Τό μέγα έργον κατά μικρόν
Καί τόν Σταυρόν του πρώτη ήσπάσθη
Νεκρά ή ζώσα, ζώντα νεκρόν

Ή μεγαλόφρων φυλή έκείνη,
Ήτις ώς μήτηρ τόν γαλουχεί
Και πρό ποδών του τό γόνυ κλίνει
Καί είναι πόθος της καί εύχή. 

Έλθέ, έκείθεν της Μεσογείου
Διασκελίζουσα τά μακρά
Πελάγη, όπου τού μαρτυρίου
Ή νήσος δούλη κλαίει πικρά.

Τό βήμα κράτησον είς τά όρη
Όπου τόν ύπατον τόν Θεόν
Ή Μαιονία έφρούρει κόρη
Κατά συζύγου φίλον υιόν.

Κήρυξ' έκείθεν φωνή μεγάλη
Τα εύαγγέλια τής χαράς.
Δέν πρέπει όχι νά άμφιβάλλη·
Θά άποβάλη τάς συμφοράς.

Ναί, είς τούς κόλπους μητρός γλυκείας,
Θά επανέλθη κόρη άγνή,
Ήν κύμ' άπάνθρωπων τρικυμίας
Μακράν τήν θλίβει καί τυραννεί.

Έλαίαν φέρουσα είς τήν χείρα,
Καλών έλπίδων περιστερά,
Πέταξον όπου πλέει είς μύρα
Νήσος ώραία, άλλ' αύστηρά

Τιμωρηθείσα διά θανάτου
Διότι ήγειρε τάς όφρύς,
Διότ' ύπήρξε τού άθανάτου
Τής Καλλιόπης τέκνου πατρίς.

Χαιρέτισέ την άπό καρδίας,
Είπέ της ήγγικεν ο καιρός·
Τα σκότη φρίττουσι τής δουλείας·
Άστήρ άνέτειλεν ίλαρός.

Όμείας σάλπισον άγγελίας
Είς τάς δυστήνους Κυδωνιάς, 
Θύμ' άθανάτου φιλοπατρίας,
Ίώνων ίδιον γενεάς.

Πρό τής Τενέδου όλίγον στήθι·
Όπου ή δόξα τών Δαναών.
Όπου το κύμα δέν εφοβήθη
Ούδ' έσεβάσθη κόσμον λαών

Ούδέ ίσόθεον ήγεμόνα·
Άλλ' ύπερήφανον έγερθέν
Όγκον έχλεύασεν άλαζόνα,
Μάτην πολλάκις μαστιγωθέν.

Είς τήν καθέδραν τών Κωνσταντίνων
Τό βήμα εύθυνε το ταχύ,
Φαιδρών έλπίδων φέρουσα κρίνον
Φεύ ! είς πρωτεύουσαν άτυχή.

Είς τό ξανθόν μας είπέ παιδίον
Πόσα υπέστη τόσον καιρόν
Ύπό τήν σπάθην όρδών άγρίων 
Ή γή τών πόθων τών φλογερών.

Ότι ο έσχατος Κωνσταντίνος
Τού θείου άρτου μεταλαβών
Ώς στρατιώτης απλούς τό σμήνος 
Το μέγ' άπώθει τών ασεβών

Καί πλήρης θάρρους άπεγνωσμένου
Δεν υπεχώρει, άλλά έκεί
Όπου έβρόντα τ'όπλον του ξένου
Κ' ή λύσσ' άντηχεί ή έχθρική

Μεγάλην έγραψε διαθήκην
Μέ τού σιδήρου του τήν αίχμήν,
"Ξίφος μή θέσης, Έλλην, είς θήκην
Πρίν της πατρίδος σου τήν τιμήν

Κηλιδωθείσαν, είς αίμα πλύνης,
Και είς την Πύλην του Ρωμανού
Ίδής τα κέρατα της Σελήνης 
Ύπό τους πόδας χριστιανού."

Έπεσε κ' έπεσε ταύτοχρώνος
Τό γένος κάτω άνευ πνοής,
Άλλ' έτηρείτο άπτωτος μόνος
Ό μεγας πόθος νέας ζωής.

Έπί τού Πίνδου καί τού Πηλίου,
Ήφαίστου δώματα φλογερά,
Τά ξίφη ήστραπτον του άνδρείου
Κλέπτου, μετέωρα φοβερά.
 Διαμαρτύρησις αιώνία
Κατά τών φαύλων κατακτητών,
Πρό τής μαχαίρας τών ανταρτών.

Αίφνης άντήχησε προφητεία
Ότι τό έθνος θ' άναστηθή 
Κ' έν τή Άγία πάλιν Σοφία
Ή λειτουργία θά τελεσθή,

Κ' είς την διθάλασσον χώραν, ήτις
Είνε τό μήλον τόσων παθών,
'Ο θεοφορος είπε προφήτης
Θά βασιλεύση γένος ξανθόν.

Το γένος έλειπε και ο Έλλην
Έν τή έρήμω τών συμφορών
Έβλεπε μόνην φωτός νεφέλην
Τόν φιλορθόδοξον Ίσχυρόν.

Άλλ' όχι ή Πρόνοια ν' άδικήση
Δεν έφαντάσθη ποτέ λαόν
Όστις έξέπληξε καί έκπλήσει
Δια τού ύψους τών ίδεών.

Όστις κατ' άλλην τήν Οίκουμένην
Πάσαν έδίδαξεν έποχήν,
Κ' ύπό τήν σπάθην έτι τήν ξένην
Έξηκολούθει τήν διδαχήν.

Κ' ίδού έκ τόπων έξαίφνης κρύων
Όπου βιούσι λαοί ξανθοί
Είς τό έν πόντω παλαιόν πλοίον
Καί κινδυνεύον ν' άπολεσθή

Πηδαλιούχον προσφέρει νέον,
Τύπον εύθύτητος και τιμής,
Τέκνον αρχαίας φήμης γονέων,
Λίθον μεγάλης οίκοδομής.

Καί μετά κόρης ξανθής συνδέει
Χαριτοβρύτου, περικαλλούς,
Ής τό παρθένον βλέμμα έμπνέει
Πόθους μεγάλους καί ύψηλούς.

Κόρη έπέπρωτο Κωνσταντίνου
Τών τόσων πόθων μας καί παλμών,
Τόν μέλλοντ' άνακτα του Εύξείνου,
Τόν Κωνσταντίνον νά τέξ' ήμών.

Αύτά είπέ τω με τ' άσματα σου,
Μέ τής κιθάρας σου τήν φωνήν,
Καί τάς άγνάς του χείρας άσπάσου
Όχι μ' υπόκλισιν ταπεινήν

Όχι με κόλακος άγυρτ'ιαν,
Όστις ώς σάραξ είς τας αυλάς
Είσδύων τρώγει τήν βασιλείαν
Μέ τάς κυρτώσεις του τάς πολλάς.

Είπέ τω έτι... άχ ! πόσα, πόσα,
Μούσα, αίσθάνεται ή ψυχή
Άλλά ν' άρθρώση είς μάτην γλώσσα
Μοχθεί άνθρώπου, τόσον πτωχή ! 

Είπέ των μόνον τον Παρθενώνα, 
Όστις κειμήλιον έθνικόν,
Στολίζει πάντα τής γης αιώνα,
Φεύ ! τής Έλλ'αδος πιστή είκών.

Ούτω με μέλη συντετριμμένα,
Σεσυλημμένη καθώς αύτός
Κινεί είς έκπληξιν σκελετός.

Είς τά πτερά σου λάβε τον Μούσα,
Άλλά με σέβας και προσοχήν,
Καί είς τήν Πνύκα εύθυδρομούσα
Τον λίθον δείξε τω τόν τραχύν

Όθεν ο ρήτωρ έβροντοφώνει
Τούς φλογερούς του Φιλιππικούς
Καί νά έγείρη λέγων έφρόνει
Παλμούς γενναίους, ηρωϊκούς.

Άλλ' ήτον ήδη άργά καί μόνον
Κέρδος οί λόγοι του οί χρυσοί
Ούς έπιπλέοντας τών αιώνων
Ή τυραννία τόσον μισεί.

Έκείθεν δείξε τω τό Θησείον,
Ευγνωμονούντων συμπολιτών
Πρός μέγαν Άνακτα Μαυσωλείον
Καί μετά θάνατον ποθητόν.

Ούτος τάς πρώτας τού μεγαλείου
Έθεσε βάσεις τών Αθηνών
Καί φόρου έσωσεν όλεθρίου
Το μιαιφόνον τέρας κτανών.

Είθε, είπέ τω, μίαν ημέραν
Είς τών Κουρητών ούτω τήν γήν
Πλεύσας, είσέτι ένδοξοτέραν
Νά κατενέγκη νίκης πληγήν.

Καί φόρου αίματος ν' άπαλλάξη
Τήν Άμαζόνα τήν δυστυχή,
Ήτις τό τέρας της νά πατάξη
Δράξ κατ' Ήπείρων μονομαχεί.

Έκείθεν φέρε τον είς τόν κήπον
Του Άκάδημου, όπου σοφός
Μέγας τήν πόλιν έγκαταλείπων,
Μ'ε τού νοός του τό θείον φώς

Τόν νούν έφώτιζε τών άρχαίων
Ύπέρ τόν ήλιον άνυψών,
Καί μέ τό νάμα λόγων ώραίων
Το πλήθος έτερπε τό διψών.

Έκεί είπέ τω ύπό τά φύλλα
Εύσκίων δένδρων καί θαλερών
Όπου έλάλει ή φιλομήλα
Καί ρεύμα έρεε καθαρόν

Έκεί έγράφη ή καταδίκη
Τών Ολυμπίων, είπέ θεών
Καί της αρχαίας πλάνης οι κρίκοι
Έθρυμματίσθησαν ώς ώόν.

Καί τό Κυνόσαργες, δείξον Μούσα,
Είς τόν άστέρα τού Ύμηττού
Καί τόν διδάσκαλον έξυμνούσα
Μή έπιλάθου του μαθητού.

Μία άκόμη έκείθεν πτήσις
Διά τό νέον πτηνόν άρκεί
Φέρε το, Μούσα, νά τό βαπτίσης
Επί τού Πάρνηθος, είς γλυκύ

Ζεφύρων ρεύμα, άνύψωσέ το
Είς τήν άκρώρειαν τής Φυλής,
Καί τί συνέβη εκεί ειπέ τω
Χωρίς ούδόλως νά συσταλής.

Δέν άποστρέφονται χαρακτήρας
Φιλευθέρους οί βασιλείς·
Παρεγνωσμένης γνωστά έκ πείρας 
Τά προϊόντα άποστολής.

Άλλ' όχι φόβος ούδείς· του γένους
Θά μείνη άσπιλος ή χαρά
Καί μόνον πόθους ήγιασμένους
Μέ τόσα δάκρυα θλιβερά

Σόφρων Μονάρχης θα έκπληρώση
Καί την λαμπρότητα καί ισ΄χυν
Είς έθνος ένδοξον θ' άναδώση
 Μακρών αιώνων πληρών εύχήν.

Είπα κ' έλάλησα· άλλά κλαίεις,
Μούσα, τί τόσον σέ συγκινεί ;
Μή, μή άπαίσιοι οίωνοί,

Έκ της παλαίστρας παθών άγρίων
Όπου σπουδάρχαι έλεεινοί
Στενοί τά στήθη καί το κρανίον
Άγώνα μάχονται άγενή

Ώς έπί πτώματός πειναλέοι
Κύνες, απόστρεψον, Μούσ' άγνή,
Τό πρόσωπόν σου, φρίκην έμπνέει,
Άπογοήτευσιν ή σκηνή.

Δίκην σχημάτισον ριπιδίου
Τά φλογερά σου, Μούσα, πτερά
Καί είς τά όμματα τού παιδίου
Κρύψον τά αίσχη τά λυπηρά.

Μή άπελπίζου· μακράς δουλείας
Προίξ άπαισία, δώρον πικρόν
Ώς μετά σάλον νυκτός άγρίας
Βράζει το κύμα έπί μακρόν,

Ούτω πάς θόρυβος θά έκλείψη
Κ' έκ τού βορβόρου καί τού πηλού
Ώραιοτέρα θά άνακύψη
Ή γή τού ύψους καί του καλού.

Άρον τάς πύλας, Σιών τού γένους·
Ό αυτοκράτωρ προβαίν' ήμών
Όν ώνειρεύθης είς τεθλιμμένους
Χρόνους όνείδους καί στεναγμών.

Πόθεν, τίς ούτος; κλίνατε γόνυ·
Πολλά τά κρίματα τού Θεού·
Ώς καταρράκται διήλθον χρόνοι
Έπί μεγάλου πολλοί λαού

Πολλοί ήκόνησαν ώς ρομφαίαν
Πολλοί τήν γλώσσάν των καθ' ήμών,
Άλλοι άπόφασιν άπευκταίαν
Είς τόν φρικτόν των είπον θυμόν.

Ήκουεν όλα στένον τό γένος 
Ώς έν άλύσεσιν ο Σαμψών·
Καί ώς έκείνος έξυβρισμένος
Ήρκείτο άνω τ'όμμα ύψών.

Άλλ' έσκορπίσθησαν οί έχθροί του
Πάντες έξέλιπον ώς σκιά·
Είνε κραταίωσις αί όδοί του·
Φλόξ ή μεγάλη του δεξιά.

Είς λάκκον πίπτει, δεν άποθνήσκει·
Ό θάνατός του είνε ζωή·
Καί τήν πορείαν του άνευρίσκει,
Ήν λησμονούσιν άλλοι λαοί.

Ίδού τον πάλιν· τόν Άνακτά του
Μόνον έζήτει άναφανείς·
Ίδού πληρούνται τά όνειρά του·
Ξανθοί προσφέρουν ξανθόν γονείς.

Δεύτε και ίδατε τού Κυρίου
Τά έργ', Άνοίξατε όφθαλμοί.
Έκ τού όνείδους και μαρτυρίου
Ζωή έβλάστησε καί τιμή.

Θέσατ' έκ λίθων στέμμα τιμίων
Είς του παιδίου τήν κεφαλήν
Έξ άδαμάντων καί τοπαζίων·   
Ένδύσατέ το χρυσήν στολήν.

Άλλ' όχι, μόνη ή εύλογία
Άρκεί τού έθνους καί τού Θεού.
Ύπέρ πορφύραν άγνή καρδία,
Καί ή άγάπη πιστού λαού  

Έλλάς, άγάλλου· προετοιμάσου·
Είνε ό Κύριος βοηθός·
Ζώσον με μάχαιραν τα πλευρά σου·
Άρματηλάτης σου ό Ξανθός.

* Επετειακό, Αύγουστος 1862,
επί τή γεννήσει τού διαδόχου Κωνσταντίνου Α'
υιό τού βασιλέως της Ελλάδος, Γεωργίου του Α'
________________________________________________________________

* Έρευνα - Επιμέλεια - Ακολουθήθηκε η ορθρογραφία 
κατά το δυνατόν των πρωτοτύπων  - Ψηφιακή Αποτύπωση 
Κατερίνα Ραπακούλια Ματαράγκα



* Διάδοχος Κωνσταντίνος Α΄, πρωτότοκος γιός του Βασιλέως Γεωργίου Α΄ και της Βασίλισσας Όλγας, γεννήθηκε στις 2 Αυγούστου του 1868 και έλαβε το όνομα του πατέρα της μητέρας του, του Μεγάλου Δούκα Κωνσταντίνου της Ρωσίας. Ο Παναγιώτης Ματαράγκας απεβίωσε 1895.

Το όνομα του Κωνσταντίνου είχε μεγάλη συγκινησιακή φόρτιση για τους Έλληνες και ιδιαίτερα για όσους πατριώτες είχαν ενστερνιστεί τη Μεγάλη Ιδέα ενός ενωμένου  Ελληνικού έθνους με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη. Βασιλέας της Ελλάδας τις περιόδους 1913-1917 και 1920-1922. 

Μετά το τραγικό γεγονός της δολοφονίας του Γεωργίου Α΄, στις 18 Μαρτίου 1913 στη Θεσσαλονίκη από τον Αλέξανδρο Σχινά, ο Κωνσταντίνος ανέβηκε στον θρόνο. Κατά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο υπήρξε πάλι Αρχιστράτηγος του Ελληνικού Στρατού, οδηγώντας τον σε νέες νίκες κατά των Βουλγάρων, οι οποίες όμως κόστισαν πολύ σε ζωές. Η νικηφόρα ηγεσία του τον έκανε εξαιρετικά δημοφιλή στον λαό, μέρος του οποίου ήδη τον ονόμαζε «Κωνσταντίνο ΙΒ΄» και περίμενε από αυτόν και τον Πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο την πραγματοποίηση της «Μεγάλης Ιδέας». Ένα ακόμα προσωνύμιο που του αποδόθηκε, κυρίως από τους βασιλόφρονες οπαδούς του, ήταν “ο γιος του αητού”.

Όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος τον Αύγουστο του 1914, η Ελλάδα βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Είχε συνάψει συμφωνία με τη Σερβία, που την υποχρέωνε σε παροχή βοήθειας σε περίπτωση βουλγαρικής επίθεσης, αλλά, ενώ η Σερβία αντιστεκόταν επιτυχώς στην επίθεση της Αυστροουγγαρίας, η Βουλγαρία παρέμενε ουδέτερη, τηρώντας στάση αναμονής. 

Ταυτόχρονα εμφανίστηκε ρήγμα στις προσωπικές πεποιθήσεις των δύο ανώτατων πολιτειακών αρχόντων της χώρας: ο Κάιζερ απηύθυνε έκκληση στον Κωνσταντίνο να σταθεί στο πλευρό της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας «σε μια ενωμένη σταυροφορία κατά της σλαβικής επικράτησης στα Βαλκάνια». Ο Κωνσταντίνος ήδη θεωρούνταν ευρέως ως γερμανόφιλος. Είχε σπουδάσει στη Γερμανία, είχε σαφώς επηρεαστεί από τη γερμανική κουλτούρα, ενώ είχε παντρευτεί την αδελφή του Κάιζερ, ο οποίος του είχε απονείμει και τον βαθμό του Στρατάρχη του γερμανικού στρατού. Το φθινόπωρο του 1913, λίγο μετά την άνοδό του στο θρόνο, ο Κωνσταντίνος είχε παρακολουθήσει ασκήσεις του γερμανικού στρατού μαζί με τον Κάιζερ και είχε προσπαθήσει να διαπραγματευτεί τη λήψη δανείου από τη Γερμανία. Επίσης, ο Κωνσταντίνος είχε επηρεαστεί από το γεγονός ότι ο Κάιζερ είχε βοηθήσει την Ελλάδα να διατηρήσει τα απελευθερωμένα κατά τους δύο Βαλκανικούς Πολέμους εδάφη και ιδιαίτερα την Καβάλα. 

Οι προσωπικές προτιμήσεις του Κωνσταντίνου μπορεί να ήταν υπέρ της Γερμανίας, δεν παρέβλεπε όμως ότι η Ελλάδα ήταν ευπρόσβλητη στον αγγλογαλλικό στόλο, ούτε μπορούσε να αποδεχτεί τη σύμπραξη με την Τουρκία, ενώ και τα ανταλλάγματα που μπορούσε να προσφέρει η Γερμανία ήταν περιορισμένα. Έτσι ευνοούσε την ουδετερότητα. 

Ταυτόχρονα όμως, ο αγγλόφιλος Βενιζέλος διαπραγματευόταν την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο υπέρ της Αντάντ, η οποία πρόσφερε την Κύπρο και άλλα ανταλλάγματα. Ιδιαίτερα μετά την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, η πίεση για την έξοδο της Ελλάδος στον πόλεμο υπέρ της Αντάντ αυξήθηκε. Ο Κωνσταντίνος έφτασε κοντά στο να εγκρίνει την εισήγηση του Βενιζέλου για ελληνική συμμετοχή στην Εκστρατεία των Δαρδανελλίων (Φεβρουάριος-Μάρτιος του 1915), αλλά ο εκτελών χρέη Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου, συνταγματάρχης Ιωάννης Μεταξάς, τον προειδοποίησε να μην μπει στον πόλεμο, μεταπείθοντάς τον. 

Αντιδρώντας σε αυτή την παρέμβαση του θεωρούμενου ως γερμανόφιλου «επιτελικού περιβάλλοντος», ο Βενιζέλος παραιτήθηκε, επισημοποιώντας έτσι τη ρήξη των δύο ανδρών. Η αντιβενιζελική παράταξη συσπειρώθηκε πια γύρω από τον Βασιλιά.

Εντούτοις, οι Φιλελεύθεροι του Βενιζέλου κέρδισαν τις εκλογές στις 31 Μαΐου του 1915 και τον Σεπτέμβριο, σε αντίδραση προς τη βουλγαρική επιστράτευση, που στρεφόταν εμφανώς κατά της Σερβίας, κάλεσε -χωρίς τη συναίνεση του Κωνσταντίνου- τους Βρετανούς και Γάλλους να στείλουν στρατεύματα στη Θεσσαλονίκη, σε βοήθεια των Σέρβων. Ο Κωνσταντίνος τελικά δέχτηκε να προχωρήσει σε επιστράτευση, εν όψει βουλγαρικής επίθεσης. 

Η αποβίβαση των Συμμάχων προκάλεσε πολιτική κρίση, αλλά ο Βενιζέλος κατόρθωσε να αποσπάσει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή. Ο Κωνσταντίνος όμως, την ίδια ημέρα, υπερβαίνοντας τις συνταγματικές του αρμοδιότητες, απέπεμψε τον Πρωθυπουργό και έδωσε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Αλέξανδρο Ζαΐμη. Ο Ζαΐμης όμως απέτυχε να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, οπότε ο Κωνσταντίνος έδωσε την εντολή στον υπέργηρο Στέφανο Σκουλούδη, ο οποίος, με βασιλικό διάταγμα, διέλυσε τη Βουλή και προκήρυξε νέες εκλογές για τον Δεκέμβριο, από τις οποίες οι βενιζελικοί απείχαν.

Ακολούθησε ένα εξάμηνο διακυβέρνησης από τη φιλοβασιλική κυβέρνηση Σκουλούδη, κατά το οποίο η Ελλάδα βρισκόταν ταυτόχρονα σε ουδετερότητα και επιστράτευση και κατά το οποίο οι δυνάμεις της Αντάντ, υπό τον Γάλλο στρατηγό Μωρίς Σαρράιγ (Maurice Sarrail), επέκτειναν σταδιακά την κυριαρχία τους στη Βόρεια Ελλάδα και το Αιγαίο, αγνοώντας σχεδόν την ελληνική κυβέρνηση. 

Στις 27 Μαΐου 1916 όμως, η -κατόπιν έγκρισης από την Αθήνα- παράδοση του σημαντικού οχυρού Ρούπελ σε μικτή γερμανοβουλγαρική δύναμη, οδήγησε τα πράγματα σε κρίσιμο σημείο. Ο Σαρράιγ κήρυξε στρατιωτικό νόμο, καταργώντας ουσιαστικά την ελληνική κυριαρχία στις υπό συμμαχικό έλεγχο περιοχές, απαίτησε την αποστράτευση του ελληνικού στρατού. Όταν δε τον Αύγουστο ξεκίνησε η βουλγαρική προέλαση στη Μακεδονία, βενιζελικοί αξιωματικοί οργάνωσαν το κίνημα της Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη, το οποίο ο Βενιζέλος υποστήριξε.

Στις 27 Σεπτεμβρίου ο θρόνος πέρασε στο Διάδοχο Γεώργιο, ο οποίος ονομάστηκε Γεώργιος Β΄. Τέσσερις μήνες αργότερα, στις 11 Ιανουαρίου του 1923, ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος Α΄ πέθανε σε ένα ξενοδοχείο στο Παλέρμο της Σικελίας.




  ΕΛEΓΧΟΣ  
  

Πρός τόν Μπίσμαρκ,



Τ Ω     Β Ι Σ Μ Α Ρ Κ


Σοφέ, μεγαλεπήβολε, πρώτε άνήρ τού κόσμου,
Τιμή τών φώτων, πέλαγος συνέσεως πλατύ,
Ό άπαυδήσας πλήν πετών είσέτι Πήγασός μου
Μέ άνθη Έλικώνια νά στέψη σέ ζητεί.

Θά ήτον αίσχός του έαν τό κλέος τού αίώνος,
Είς όν ή γή τού Πλάτωνος προβλέπει έν χαρά
Έν τοίς νεγάλοις έβλεπε θριάμβοις του άφώνως
Καί τάς χορδάς δέν έθιγε πρίν κλείση τά πτερά.

Ότε τό πρώτον, ώ Βίσμαρκ, σέ είδον έν είκόνι
Έν Τραπεζούντ’ είς αίθουσαν Προξένου Γερμανού
Είπον, ή όψις Έλληνα άρχαίον φανερόνει,
Όστις τό πύρ έσύλησε τό θείον τ’ ουρανού.

Βεβαία μετεμψύχωσις τού Προμηθέως, γύνυ
Όλ’ ή Ευρώπη πρό αυτού θά κλίνη εύλαβώς.
Μόνος αυτός έν φοβερά στιγμή θά κατεπόνει
Τόν Κόρσον, όστις τούς λαούς έμπαίζει άσεβώς.

Δέν ήπατήθην, ή μορφή δέν απατά έκείνη,
Καί κύκλους δέν έπέρανεν ό ήλιος πολλούς
Καί ή βραχεία κόπτεται τής Δύσεως είρήνη,
Καί περιφέρ’ ή Ένυώ τούς φλογερούς δαυλούς.

Ή δυστυχής βασίλισσα όρθούται τού Άδρία,
Ή κόρη τήν μητέρα της ζητεί, ό Ίταλός
Τήν λύραν ρίπτει καί φρικτά όπλίζετ’ έργαλεία
Καί σπεύδει ένθους μαχητής ό ψάλτης ό δειλός.

Έντρομον στρέφει ό φονεύς τού ‘Υψηλάντου βλέμμα
Καί μέ τούς Πρώσσους έρχεται νά άντιμετρηθή.
Ώς μέγας ρέει χείμαρρος έν Καινισγράτς τό αίμα
Κ’ είς πυραμίδας τά όστά ό θάνατος όρθοί.

Ή έπηρμένη τής σκληράς Αυστρίας όφρύς πίπτει,
Τά μαύρά της έγκλήματα πληρόνει άκριβά.
Τό πρώην γαύρον μέτωπον είς όρους αίσχους κύπτει
Κ’ ύποχωρεί αίμόφυρτος μέ χείλ’ ήδη βωβά.

Τό άγος τό Κυλώνειον έκρίπτεις τής Διαίτης,
Τού τερατώδους άετού τόν όνυχ άφαιρείς.
Τών άτυχών συμμάχων σου γενναίος εύεργέτης
Τήν Βενετίαν είς καλούς γονείς φιλοδωρείς.

Νέαν ζωήν καί όργασμόν ή Γερμανία νέον
Άναλαμβάν’, οί έθνικοί συσφίγγονται δεσμοί,
Τό τετμημένον σώμά της καί δύσκολ’ άναπνέον
Νά συνδεθή άδελφικώς είς έν έπιθυμεί.

Καί νέα νέων ίδεών ίδού όμοσπονδία,
Τής γενικής ένώσεως προάγγελος λαμπρός.
Ή άσθενής καί άφωνος έξέρχεται Πρωσσία
Μεγάλη, πρώτη δύναμις έκ τού φρικτού πυρός.

Είς τήν φωνήν της σύμπασα ή οίκουμένη τρέμει.
Βλέμμ’ άνταλλάσσουν ύποπτον οί ισχυροί τής γής
Κ’ ένώ είς τήν άνδρίαν της ή φήμη άπονέμει
Στεφάνους, άλλοι δάκνουσι τά χείλη έξ όργής.

Όχ’ ή άνδρία εύγενών λαών δια χειμάρρων
Άνεγερθέντων αίματος είς θέσιν ύψηλήν
Δέν τρέμει τών Κορσικανών τάς άπειλάς Ίκάρων,
Άλλ’ έκτελεί τήν άνωθεν εύτόλμως έντολήν.

Ή τολμηρά σου φρόνησις τό Λουξεμβούργον σώζει.
Τό όρνεον άπέσυρε τόν όνυχα κενόν
Κ’ έκ τών συννέφων έμπλεων όργής άγρίας κρώζει.
Άλλά κρωγμοί τήν φρένα σου δέν θορυβούν πτηνών.

Τού έθνους σου τήν δύναμιν Θεμιστοκλέους περίνους
Έντείνεις, τήν ένσκήψουσαν προβλέπων ταραχήν.
Τούς φοβερούς τού μέλλοντος προσκέπτεσαι κινδύνους
Καί ήδη έχεις έτοιμον καί χείρα καί ψυχήν.

Δέν έπιτρέπεις έκτασιν όρίων είς τούς Γάλλους.
Τόν Ρήνον καί το Βέλγιον φυλάττεις άσφαλή.
Κ’ είς τού έξόχου σου νοός συντρίβεις τάς ύφάλους
Προτάσεις άς άκόρεστος θρασύτης προκαλεί.

Άλλ’ ήδη έπλεόνασαν τά νέφ’ είς τόν αίθέρα,
Σκιά θολή έκάλυψε καί γήν καί ούρανόν,
Γιγάντων μάχη φαίνεται έγγύς, φοβερωτέρα
Έκείνης, ότ’ έτέθησαν βουνά έπί βουνών.

Κλειώ, συγχώρ’ είς άδελφήν άν έργων άλλοτρίων
Έπιλαμβάνεται, άντί είς ύψη νά πετά
Αίθέρι’ άποφεύγουσα τό ταπεινόν πεδίον
Κ’ έκ τών νεφών τούς ήρωας τής γής νά χαιρετά

Κατέβ’ είς τά εδάφη σου, θεά τής ιστορίας,
Καί πλέκει τούς μεγάλους της στεφάνους έπ’ αύτών,
Διότ’ είς σέ ό ένδοξος άνήκει τολμητίας,
Όστις τόν χάρτην ήλλαξε τών ίσχυρών κρατών.

Ή φρικαλέα θύελλα ώρύεται, ένσκήπτει.
Όλ’ ή Εύρώπη έκπληκτος κ’ έν φόβω άγνοεί
Πού νά στραφή ένώ θρασύς ό Ναπολέων ρίπτει
Τής μάχης τό χειρόκτιον, άλλά δέν σέ πτοεί.

Έν τώ χαλκείω έτοιμοι οί κεραυνοί προσμένουν
Τήν εύτυχή ν’ άστράψωσι καί πέσωσι στιγμήν,
Τά ξίφη οί άτρόμητοι πολεμισταί κραδαίνουν
Καί νά έρίσουν σπεύδουσι τής νίκης τήν τιμήν.

Φρικτή, μεγάλη κίνησις όποία ίσως μόνον
Συνέβη ότε ήραντο άντάρτριαν πυγμήν
Κατά τού πλάστου τ’ άπειρα τά πλήθη τών διαμόνων
Κ’ είς τήν φρικτήν των έριξαν οί ούρανοί όρμήν.

Ό σάκκος τών άνομιών έν τέλει έπληρώθη.
Αί προδοθείσαι άναιδώς έλπίδες τών λαών
Τά έθνικά των όνειρα, οί έθνικοί των πόθοι
Νά συγκινήσουν ώφειλον έν τέλει τόν Θεόν.

Ή τιμωρία ώφειλε πολύ νά μή βραδύνη,
Τού δυστυχούς έφώναζε Μαξιμιλιανού
Έκδίκησιν ό θάνατος, τών Πολωνών οί θρήνοι
Ούς δι’ όνείρου ό θρασύς ήπάτησε κενού

Γαλάτης, άτελεύτητον έκδίκησιν άβόων
Καί μετ’ αύτών, ώ τάλαινα, συνήνους τήν κραυγήν
Πατρίς μαρτύρων εύκλέων, γή άτυχών ήρώων,
Ώ Κρήτ’, ήτις έξέπληξας μέ θαύματα τήν γήν.

Πλήν φεύ ! Ουδέν ώφέλησαν τριών έτών άγώνες
Φιλοπατρίας εύγενούς, ύπάρξεως, τιμής,
Κατ’ Άρπυιών, ούς έπεμψαν οί Ύρκανοί δρυμώνες
Νά σβέσουν όσ’ άνάψαμεν φώτα τής τιμής ήμείς.

Πρό τού Σεδάν τό μέγιστον έγείρεις τών τροπαίων,
Έκ χιλιάδων έκατόν έπίλεκτος στρατός,
Στρατάρχαι τεσσαράκοντα, αυτός ό Ναπολέων
Όστις τόν σάλον ήγειρε τής πάλης προπετώς,

Κατησχυμένοι, έμφοβοι τά όπλα παραδίδουν.
Έν τή ψυχή των αίσθημα τιμής δέν όμιλεί.
Πρό τού κινδύνου τήν τιμήν τού έθνους των προδίδουν
Καί σύρονται αίχμάλωτοι ώς κτήνη εύτελή.

Φρικώδες, καταπληκτικόν τό θέαμα, ό σείων
Μ’ έν νεύμ’ άπλούν όλόκληρον ώς άλλος Ζεύς τήν γήν
Προσφέρει είς τον νικητήν έκσπών έκ τών όσφύων
Τό ξίφος κ’ είς τήν γαύρον του ύπείκει προσταγήν.

Ούδ’ ή Περσία έπαθεν, ή βάρβαρος Περσία,
Τοιαύτην ήτταν τρομεράν καί καταπληκτικήν
Ότ’ έν Άρβήλοις καί Ίσσώ ή φονική άνδρία
Τού Άλεξάνδρου έντολήν έπλήρου έθνικήν.

Άγωμεν, Μούσα, άγωμεν έκ τής καταβληθείσης
Έν τέλει κοσμοπόλεως, τού λύχνου τών λαών,
Είς τήν Φραγκφόρτην καί έκεί όπου τερπνή ή φύσις
Καί ρέ’ είς ρεύμα διαυγές ό Μήνος γαυριών,
Τά βήματά μας στήσωμεν, έκεί ή ήττημένη
Γαλλία φεύ ! Μέ τρέμουσαν καρδίαν ταπεινούς
Όρους σφραγίζ’, ή Άλσατίς άμείβει καί Λωραίνη
Καί Πακτωλός όλόκληρος χρυσού τούς Γεραμανούς.

Έκεί ό κόμης ίσταται άκίνητος ώς βράχος
Καί μέ τό μέλλον έμβριθώς τού έθνους του λαλεί,
Ύπαγορευ’ είς τον έχθρόν τούς όρους άταράχως,
Οίκτείρει ή καρδία του, τό χείλος άπειλεί.

Πόσων συμβάντων εύκλεών δημιουργός καί ποίων !
Άν έζη είς τον παλαιόν τών έθνικών καιρόν
Θά εύρισκ’ έδραν μεταξύ αύτών τών Ολυμ΄πίων,
Έργ’ άληθή Όλύμπια πληρώσας κ’ έκπληρών.

Πρός σέ ό κόσμος σήμερον ώς είς θεών μαντείον
Προσέχει καί το νεύμα σου πάς άσθενής ζητεί.
Σύ τήν Εύρώπην διοικείς ώς κυβερνήτης πλοίον
Όπερ δειλώς είς πέλαγος ποντοπορεί πλατύ.

Μεγάλην, άλλ’ άναίσχυντον σύ αύτοκρατορίαν
Κατακρημνίσας ήγειρας έτέραν άντ’ αύτής
Διά χειμάρρων αίματος άγνήν, σοφήν, όποίαν
Νά έδη ό φιλόπατρις έπόθει νικητής.

Άνερ, έν τή μεγάλη σου ίσχύϊ μή παρίδης
Τό έθνος όπερ έσπειρεν άνευ φειδούς τό φώς,
Είς όποίον τοσούτ’ ήμίθεοι, είς όποίον Άριστείδης,
Είς όποίον ό θείος Όμηρος, ό Πλάτων ό σοφός,

Είς όποίον πάν ό,τι έξοχον άνήκει καί ώραίον,
Όπερ τόν δρόμον ήνοιξε τών νέων ίδεών,
Ών τούς καρπούς τών Γερμανών τό έθνος τό γενναίον
Δρέπ’, ύψηλότερα άρθέν τών έπί γής λαών.

Πολλά ποτήρια πικρά έπί μακρούς αιώνας
Έγεύθη, έκολυμβησεν είς αίμα άρκετόν.
Φρικτούς διήλθε θλίψεων καί συμφορών χειμώνας
Ύπό τήν μάστιγ’ άναιδών καί φαύλων δεσποτών.

Τείνε τήν χείρα κ’ είς ήμάς. Τής δόξης σου το στέμμα
Είσέτι μ’ έν’ άδάμαντα άς στολισθή λαμπρόν,
Έκδίκησον τών εύγενών μαρτύρων μας τό αίμα,
Έκ τής Εύρώπης λεξωσον τό έθνος τό σαπρόν.
Άφες νά πεσ’ είς τον κρημνόν όστις έμπρός του χαίνει
Τό τέρας τό άπάνθρωπον, τό τέρας τό φρικτόν,
Όχι τήν χώραν τών θεών δέν πρέπει να μιαίνη
Όπου ή δόξα κατοικεί αίώνων έκατόν.

Είσέτι είς τό αίμα της κυλίεται ή Κρήτη,
Τού Άρκαδίου έρυθρά άχνίζει έτ’ ή γή,
Έλευθερίαν, ύπαρξιν άνθρώπινον έζήτει,
Άτίμου, άνοικτίρμονος ζυγού ν’ άπαλλαγή.

Είς τήν Εύρώπην ήλπιζεν ή γή τών πρώτων νόμων,
Άλλ’ ή Ευρώπ’ είς ίδια συμφέροντ’ άτενής
Άγώνα κατεδίκασε γενναίον ή άγνώμων
Κ’ είς τούς σκληρούς τό θύμά των άπέδωκε φονείς.

Άλλ’ έν βραχεί έπέπλευσεν ή άσεβής είς αίμα,
Καί ήττηθείς ό άτιμος πρωρεύς τών Γαλατών
Παρέδωκε τό ξίφος τού, παρέδωκε τό στέμμα,
Παρέδωκεν αίχμαλώτων τόν μέγιστον στρατόν.

Ώ άν τήν χείρα ώρεγεν είς τήν Έλλάδα. Έτι
Θά ήτο πρώτ’ ή χώρα του καί δόξα τών χωρών.
Τά φώτα, τόν πολιτισμόν αυτόν θά ύπηρέτει
Όν έσβεσ’ έν Άνατολή λύσσα όρδών σκληρών.

Σύ ό,τι τού μισέλληνος έκείνου ο βραχίων
Ήρνηθ’ είς έθνος ένδοξον, είς εύγενή φυλήν,
Έκπλήρωσον, σύ, τάς σκιάς, ώ άνερ, τών άνδρείων
Μαρτύρων έξευμένισον μέ πράξιν ύψηλήν.

Συμπλήρωσον τού Κάνιγγος τό έργον, όπερ μόνον
Ψυχήν προσμένει εύγενή καί χείρα καθαράν.
Έργάσθητ’ ύπερ τών υιών μεγαλουργών προγόνων
Έκτίων, Βισμαρκ, όφειλήν τού κόσμου ίεράν.

Τού φθόνου τ’ άλλεπάλληλα μή σέ πτοώσι βέλη,
Γελών τής λύσσης άκουε βοώντα τόν βορράν,
Άν κατά σού ή μέλαινα έφρύαξεν άγέλη
Κ’ έπέπεσεν ώς λέαινα πληγείσα τήν πλευράν
Καί φέρουσα τό λάβαρον τής άναμαρτησίας
Τό σκεύος τό κατάπλεων φρικτών άμαρτιών
Νά σταματήση κοπιά έν μέσω τής πορείας
Τό φωτοβόλον άρμα σου δε’ έργων σκολιών

Μή θορυβήσαι, πάντοτε έμπρός, έμπρός προχώρει.
Ή νίκη τήν άτρόμητον ψυχήν άκολουθεί.
Οί φωτοσβέσται θα καμφθούν έν τέλει ρασοφόροι.
Τό άστρον των ώχρίασε κ’ έγγίζει να σβεσθή.

Καί άν τά μαύρα όρνεα τά σπλάγχνα σου σπαράξουν
Καί είς αυτό τό αίμα σου έν τέλει μολυνθούν,
Τόν δρόμον δέν θά δυνηθούν τού ποταμού ν’ άλλάξουν.
Έκ τών ρευμάτων άκοντες θά συμπαρασυρθούν.
Τής πλάνης οί άπόστολοι έντός του θά ταφώσι,
Άλλ’ ώς σωτήρα οί λαοί μετ’ ένθουσιασμού
Σέ θά τιμώσι πάντοτε καί θά χειροκροτώσι,
Προχώρει καί τήν δύστηνον Έλλάδα ένθυμού.

                       Έν Ίόππη τή 24 Δεκεμβρίου 1874

_________________________________________________

Παναγιώτης Ματαράγκας, Δεκέμβριος 1874, 

Έρευνα - Επιμέλεια - Ακολουθήθηκε η ορθρογραφία κατά 
το δυνατόν των πρωτοτύπων  - Ψηφιακή Αποτύπωση - 
Κατερίνα Ραπακούλια Ματαράγκα



* Ο Όττο Έντουαρντ Λέοπολντ, πρίγκιπας του Μπίσμαρκ, Δούκας του Λάουενμπουργκ (Otto Eduard Leopold von Bismarck-Schönhausen, 1815 - 1898).  Ένας από τους πιο σημαντικούς Γερμανούς πολιτικούς του 19ου αιώνα. Ως πρωθυπουργός της Πρωσίας από το 1862 ως το 1890, πραγματοποίησε την ενοποίηση της Γερμανίας. Από το 1867 ήταν ο Καγκελάριος της Βόρειας Γερμανικής Συνομοσπονδίας. Παλαιότερα, στα βιβλία της ιστορίας και αλλού, ήταν γνωστός ως Βίσμαρκ. 

Όταν ιδρύθηκε η Γερμανική Αυτοκρατορία το 1871, έγινε ο πρώτος της Καγκελάριος (Reichskanzler). πάντοτε γινόταν διάκριση μεταξύ της δράσης του Μπίσμαρκ ως και το 1871, χρονιά δημιουργίας του πρώτου Γερμανικού Ράιχ, δράση η οποία θεωρούνταν αναπόδραστο κομμάτι της ιστορικής εξέλιξης, και της θητείας του ως καγκελαρίου του ενιαίου πια κράτος, για την οποία μόνο λίγες στιγμές διασώζονται ως μερικώς προοδευτικές. 

Αρνητικά βάραινε για την αποτίμηση του ιστορικού του ρόλου η γενική τάση της ανατολικογερμανικής ιστοριογραφίας να κρίνει τις εφαρμοζόμενες πολιτικές και κάθε ιστορική εξέλιξη όχι μόνο βάσει του άμεσου αποτελέσματός της, αλλά κυρίως με κριτήριο τον μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο αντίχτυπο της, εν προκειμένω πόσο επηρέασε η πολιτική Μπίσμαρκ το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου κι εμμέσως του Δευτέρου, άρα και την ίδια τη διαίρεση του γερμανικού έθνους σε δυο κρατικές οντότητες.   

Ο ρόλος του Μπίσμαρκ στην ενοποίηση του γερμανικού κράτους, όπως και αυτό καθαυτό το γεγονός της ενοποίησης, αντιμετωπίζονταν ως θετική εξέλιξη επί της αρχής, αλλά με πολλές επιμέρους επιφυλάξεις. 

Ακολουθούσαν έτσι την παράδοση των ίδιων των Μαρξ και Ένγκελς, αλλά και του Λένιν αργότερα, που αναγνώριζαν στη δημιουργία του Ράιχ μια προοδευτική εξέλιξη, καθώς σήμαινε την εγκαθίδρυση του καπιταλισμού στα εν λόγω εδάφη, ωστόσο ασκούσαν αυστηρή κριτική στους όρους της διαμόρφωσής του. 

Η ίδρυση του κράτους ήταν ατελής και σε δυσαρμονία με την ιστορική εξέλιξη, διότι το νέο ράιχ στηρίχτηκε σε ένα συμβιβασμό μεγαλοαστών και γαιοκτημόνων (γιούνκερ), με ισχυρά στρατιωτικά χαρακτηριστικά. Το γεγονός πως ήταν αποτέλεσμα αντιδραστικών διεργασιών, θεμελίωσε το χαρακτήρα του ως βασισμένο σε έναν “αστυνομοκρατούμενο στρατοκρατικό δεσποτισμό”, σφραγίζοντας κατά τη γνώμη τους την αναπότρεπτη αποτυχία του, πρόγνωση που ως γνωστόν επαληθεύτηκε αμέσως μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο.

Μια από τις πρώτες πράξεις του Μπίσμαρκ ως καγκελαρίου, που δεν ήταν άλλη από την απελευθέρωση Γάλλων αιχμαλώτων του γαλλοπρωσικού πολέμου (1870-1871), ώστε εκείνοι να συμμετάσχουν στην καταστολή της παρισινής κομμούνας, καθώς φοβόταν πως η επανάσταση θα μπορούσε να περάσει τα σύνορα του Ράιχ. Την ίδια στιγμή ωστόσο, οι ιστορικοί αυτοί αναγνωρίζαν τις διπλωματικές ικανότητες του Μπίσμαρκ, ιδιαίτερα τους χειρισμούς του που επέτρεπαν οι πόλεμοι που διεξήγαγε, όπως κι ο γαλλοπρωσικός, να είναι σύντομης διάρκειας. 

Ωστόσο η όψιμη κυρίως φάση της εξωτερικής του πολιτικής αξιολογείται εντελώς αρνητικά, καθώς θεωρήθηκε ότι προετοίμασε το έδαφος για το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου το 1914 και μάλιστα σε δύο μέτωπα (το δυτικό και το ρωσικό). Θεωρούν ότι ήταν ο βασικός υπεύθυνος για τη συμμαχία Γαλλίας-Ρωσίας, κυρίως μέσω της κατάληψης της διαμφισβητούμενης συνοριακής περιοχής της Αλσατίας-Λωρραίνης, και την ενθάρρυνση τού προς τη Ρωσία για πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η εξωτερική του πολιτική καταδικάστηκε ως αδιέξοδη και χωρίς προοπτική, καθώς στόχευε αποκλειστικά στη διασφάλιση των πρόσκαιρων συμφερόντων της γερμανικής άρχουσας τάξης, οδηγώντας τελικά στη διάσπαση της ευρωπαϊκής ηπείρου στα δυο στρατόπεδα της Αντάντ και των Κεντρικών δυνάμεων.

Στο επίπεδο της εσωτερικής πολιτικής, επικρίθηκε τόσο για την οικονομική του πολιτική, όσο και για τη διαβόητη νομοθεσία του κατά του αναδυόμενου σοσιαλιστικού και εργατικού κινήματος. Στο πεδίο της οικονομίας επικρίθηκε ο προστατευτισμός που εφήρμοσε, υπέρ των κερδών της εγχώριας αστικής τάξης κατά του ξένου ανταγωνισμού με την επιβολή δασμών. Οι δασμοί ακρίβαιναν το κόστος ζωής σε βάρος της εργατικής τάξης, ενώ παράλληλα διευκόλυναν την ανάδυση ισχυρότατων γερμανικών μονοπωλίων. Οι λεπτές πολιτικές ισορροπίες που προσπάθησε να εφαρμόσει συμμαχώντας ταυτόχρονα με γιούνκερ και μεγαλοαστούς είχαν προδιαγεγραμμένα άδοξο τέλος, διότι πέραν από το κοινό αντίπαλο, δηλαδή το οεργατικό κίνημα, οι δυο μερίδες της άρχουσας τάξης είχαν πολύ περισσότερα αντιτιθέμενα συμφέροντα, απ’όσα μπορούσε και ήθελε να συμβιβάσει ο Μπίσμαρκ, ενεργώντας κι ο ίδιος πρωτίστως ως γαιοκτήμονας.

Η μελανότερη σελίδα του Μπίσμαρκ, κατά κοινή ομολογία όλων των ιστορικών, και όχι μόνο στη ΓΛΔ, αλλά και μέχρι σήμερα, ήταν η εφαρμογή του λεγόμενου “Νόμου περί Σοσιαλιστών” (Sozialistenesetz) το 1878, με το οποίο ετίθετο εκτός νόμου το νεοσύστατο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, τα έντυπά του και οι συγκεντρώσεις του, επισείοντας ποινές προστίμων και φυλάκισης. Η αντίσταση των εργατών οδήγησε τελικά στην άρση της συγκεκριμένης νομοθεσίας το 1890, συνέβαλε στην παραίτησή του την ίδια χρονιά, ενώ είχε ως αποτέλεσμα οι σοσιαλδημοκράτες να αναδειχθούν σε μαζικό κόμμα, το οποίο στις εκλογές του 1912 κατόρθωσε να αναδειχθεί στη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη στο Ράιχσταγκ.

Σχετικά με την κοινωνική του νομοθεσία, δηλαδή τη θέσπιση των πρώτων υποτυπωδών ταμείων ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, ατυχήματος και συντάξεων, θεωρείται πως δεν πέτυχε το στόχο της, δηλαδή τη συμφιλίωση των εργατών με το κράτος και την αστική τάξη.  



  ΕΛEΓΧΟΣ   

Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2022

Π. Γ. Ματαράγκας, Ένας Διανοούμενος τού 19ου αιώνα, λίγα χρόνια μετά το '21



Ό λόγιος, νομικός και διπλωμάτης Παναγιώτης Ματαράγκας κατήγετο έκ Κεφαλληνίας.
Κατά τήν μεγάλην του έθνους 'Ελληνικήν έπανάστασιν τού 1821 τά μέλη τής οίκογενείας τών Ματαράγκα πολλάκις έδρασαν ήρωϊκώς με αυτοθυσίαν και έθνικήν συνείδησιν.
 

Όπως ό ίδιος άφηγείται:
"...διά τού αίματος τού πατρός μου καί τών τεσσάρων άδελφών μου πεσόντων έπί του πεδίου τής μάχης συνετέλεσε ή οικογένειά μου είς τήν άπελευθέρωσιν τής μικράς ταύτης έλληνικής γωνίας. Ό πατήρ μου Γεράσιμος πολεμήσας γενναίως έτραυματίσθη πολλάκις, άπωλέσας είς μάχην τήν άριστεράν του χείρα.
Μέ κίνδυνον τής ζωής του διέσωσεν έκ τής αιχμαλωσίας καί βεβαίου θανάτου τόν συμπολεμιστήν του 'Ανδρεάν Μεταξά, άγωνιστήν τής έλλ. έπαναστάσεως, διπλωμάτην καί πολιτικόν πού ύστερον διετέλεσε πρωθυπουργός τής Έλλάδος στην ταραχώδη περίοδο τών γεγονότων τής 3ης Σεπτεμβρίου του 1843.
Άργότερον τών συνθηκών έπιτρεπόντων ή πατρίς ευγνωμονούσα τόν άγωνιστή πατέρα μου Γεράσιμο, τόν προήγαγε είς λοχαγόν τιμήσας αύτόν μέ τό άργυρούν άριστείον τού 'Αγώνος. Ούτος νυμφευθείς τώ 1833 τήν έκ Πυράρου τής Κεφαλληνίας θυγατέρα τού προμάχου τής 'Ελληνικής έλευθερίας Βασιλείου Μακρή, πολλά έσχε τέκνα, έν οίς καί έμέ τόν Παναγιώτην. Ή μήτηρ μου άτυχώς μαθούσα τών τεσσάρων τέκνων της καί άδελφών μου τόν θάνατον παρεφρόνησεν..."

'Ο Παναγιώτης Ματαράγκας έγεννήθη έν Ναυπλίω, πρωτεύουσα τού νεοσυστάτου Έλληνικού κράτους τώ 1834 καί έσπούδασεν έν Αθήναις. 'Αποπερατώσας τάς νομικάς και φιλολογικάς σπουδάς του διωρίσθη τώ 1858 γραμματεύς τού προξενείου 'Ιωαννίνων. Αύτής τής περιόδου ή στιχουργία είναι καυστικοί, ώς έκ του ιδίου αναφέρονται οί λόγοι στίς σημειώσεις της "Νοσταλγίας" του.  

"Κατά τά 1855 συμφορά βαρεία έπληξε τόν πατρικόν μου οίκον στερηθέντα τόν μόνον προστάτην πολυμελούς οικογενείας, όστις διά τού ίδρώτος τού προσώπου του ώκονόμει τόν άρτον της, άφού προηγουμένως κατά τήν μεγάλιν τού 1821 έπανάστασιν διά τού αίματος του καί τού αίματος τεσσάρων άδελφών του, άπάντων πεσόντων έπί τού πεδίου τής μάχης, συνετέλεσε κατά τό έπ' αυτώ είς τήν άπελευθέρωσιν τής μικράς ταύτης Έλληνικής γωνίας, όπου έπιπεσόντα άπληστα άρπυιών σμήνη καί παραγκωνίσαντα τά τέκνα τών άληθών άγωνιστών ρόφώσιν ώς βδέλλαι τό αίμα τής ταλαίνης πατρίδος, ής έξαντλήσαντες πάντας τούς πόρους ήνάγκασαν αύτήν έν τέλει νά καταφύγη είς βαρέα καί δυσανάλογα δάνεια ίνα κορέση τήν άπληστίαν των."

Έξ 'Ιωαννίνων μετετέθη είς Λάρισαν, έκείθεν είς Κωνσταντινούπολιν καί έπειτα είς Μελίτην. 
'Εκ Μελίτης μετετέθη ώς υποπρόξενος είς Τραπεζούντα όπου και υπηρέτησεν έπιτυχώς άπό τώ 1865. Στή συνέχεια ή πατρίδα τόν προήγαγε είς πρόξενον 'Ιωαννίνων όπου όμως δέν μετέβη ποτέ διά πολιτικούς λόγους.  Άρκετές φορές είχε ένοχλήσει μέσω τών στίχων του άλλά και με την καυστική του κριτική όταν άρθρογραφούσε. 
Ούτως ήναγκάσθη νά παραμείνη έν Τραπεζούντι καθ' όλον τό διάστημα τής κρητικής έπαναστάσεως (1866 – 1869), ένθα κατέλιπεν άρίστην μνήμην. Χάρις είς τό άδάμαστον πύρ τής φιλοπατρίας, τό οποίο έφλεγε τήν έθνικήν ψυχήν του, ο Παναγιώτης είργάσθη έν Τραπεζούντι διά τήν ένίσχυσιν τών Κρητών. 
Κατώρθωσεν ούτω να συλλέξη τό μέγα κατά τήν εποχήν έκείνην ποσόν τών 1200 χρυσών λιρών (1.200.000 δραχμών) καί νά τό άποστείλη είς τήν Έπιτροπήν τού Κρητικού άγώνος. 

Τόσον δέ πολύ ύπέκαυσε τόν πατριωτικόν ζήλον τών Τραπεζουντίων ώστε καί αί γυναίκες προθύμως έδέχθησαν νά προσφέρουν τά κοσμήματα καί τά χρυσά φλωρία τους. 
'Αλλά καί τό φορτίον όλόκληρον άπό όσπρια καί άλευρα παραχωρηθέντα άπό τούς Τραπεζούντιους ό φιλόπατρις υποπρόξενος έφρόντισε νά άποστείλη είς τήν Κρήτην.
Διά τόν ίδιον σκοπόν επεχείρησε καί ταξίδιον μέχρι 'Αργυρουπόλεως, τώ 1868, ύπό τύπον έκδρομής καί έκεί δέ συνέλεξεν έπίσης άρκετόν χρηματικόν ποσόν, 340 λίρας χρυσάς.


Το 1868, άνεκλήθη λόγω διακοπής των έλληνοτουρκικών σχέσεων και παρ' όλη τήν άποκατάστασιν, ή Τραπεζούντα εξακολούθησε, μέχρι το 1872 να στερείται προξενικής παρουσίας. 


______________________________________________________________________________
* Διασωζόμενα ποιήματα από τις Λυρικές Συλλογές του ποιητή, πολιτικά άρθρα της εποχής και άλλες δημοσιεύσεις από την συνεργασία του με τον Έσπερο (1881-1889). Βιβλιοθήκη Α.Π.Θ.

Ακολουθήθηκε η ορθρογραφία κατά το δυνατόν των πρωτοτύπων  -
Έρευνα - Επιμέλεια - Ψηφιακή Αποτύπωση - Κατερίνα Ραπακούλια Ματαράγκα


  ΕΛEΓΧΟΣ   

Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2021

Κονδύλης και Γονατάς στο Τυπογραφείο



Μια προσωπική αφήγηση και ένα απολαυστικό περιστατικό που αναφέρεται στη γνωριμία Παναγιώτη Κονδύλη και Επαμεινώνδα Γονατά και στη φιλική σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ τους.
του Α. Καλιακατσου

Εκείνη τη μέρα, 12 Οκτωβρίου 1983, στις 2 το μεσημέρι περίμενα στο τυπογραφείο τον Κονδύλη να πάρει διορθώσεις του βιβλίου, στη σειρά της «Γνώσης» που διηύθυνε, και να δει επί τόπου δοκίμια του εξωφύλλου. Το ραντεβού είχε οριστεί 6 μήνες νωρίτερα. Γερμανική συνέπεια και εκνευριστική ακρίβεια, χρόνια τώρα. Ήμουν, βεβαίως, έτοιμος – κι ας τολμούσα να κάνω αλλιώς. 
Νωρίτερα, στις 11, θα κατέφθανε ο Γονατάς να ρίξει μια ματιά στις τελευταίες (;) διορθώσεις του βιβλίου του. Οι ώρες ταίριαζαν και για τις δυο δουλειές. Όμως, κι αυτό καθόλου ασυνήθιστο, ο Νώντας αντί για τις 11 ήρθε με «ολίγη καθυστέρηση» στις 2 παρά τέταρτο. Καθώς του ’φτιαχνα καφέ, ευχόμουν ο Τάκης να καθυστερήσει. Δουλειά με την ταυτόχρονη παρουσία και των δύο δεν μπορούσε να γίνει.
Δύο ακριβώς άνοιγε η πόρτα και χαιρετώντας με εκ του μακρόθεν ανέκραξε, με το γνωστό τρανταχτό, μεταδοτικό του γέλιο: «Χαίρε, λευκέ νέγρε!». Όταν ερχόταν από τη Χαϊδελβέργη μάς στόλιζε, καθώς μας έβρισκε συγκεντρωμένους να τον περιμένουμε, με τα παρόμοια. Το καλοκαίρι το περνούσε στη Γερμανία, γιατί έλειπαν οι Γερμανοί σε διακοπές, και ξεχειμώνιαζε στην Αθήνα καθώς είχαν επιστρέψει. «Χαίρε ευδαίμων Αραβία! Περνάτε, ευθύς αμέσως, από τη θερινή ραστώνη στη χειμερία νάρκη» και άλλα ανάλογα, γελώντας σύγκορμος. Μας πονούσε, αλλά δεν είχε κι άδικο.

Βρέθηκα σε δύσκολη θέση για την άκαιρη συνάντηση. Στην αμηχανία μου τα θαλάσσωσα στις συστάσεις. «Ο φιλόσοφος Παναγιώτης Κονδύλης» στον Νώντα, «Ο ποιητής Εψιλον Χι Γονατάς» στον Τάκη.

Ο Νώντας γινόταν έξαλλος όταν άκουγε «φιλόσοφος». 
- «Πάψε, βρε πουλάκι μου, αυτοί τριχοτομούν την τρίχα. Γράφουν για να συλλέξουν μόρια στην πανεπιστημιακή τους καριέρα. Φλυαρίες που δεν αφορούν κανέναν. Ο τελευταίος φιλόσοφος που διαβάζω ξανά και ξανά είναι ο Σοπενάουερ». 
- «Μαζεύεις εδώ όλα τα ψώνια, ποετάστρους της συμφοράς. Επειδή δεν μπορούν να γράψουν συγκροτημένα δέκα αράδες καταλογάδην, κάνουν ποιήματα με ασυναρτησίες και τρισάθλια ελληνικά και τα δικαιολογούν ως ποιητικές άδειες. Αδειο είναι το κεφάλι τους».

Αρπάχτηκαν για τα καλά, βεβαίως με «αστική ευγένεια», λόγω ανατροφής. Ο Τάκης έφυγε πριν της ώρας του, κατακόκκινος από θυμό, χωρίς καν να μας χαιρετίσει.

- «Είδες που έχω δίκιο. Είναι αυτός ο φουσκωμένος διάνος φιλόσοφος; Να τη βράσω την πολυξεροσύνη και γλωσσομάθειά του. Δεν αντιλαμβάνεται απολύτως τίποτα».

Την επαύριο ήρθε ο Τάκης να πάρει τα δοκίμια. 
- «Είδες που έχω δίκιο για τα ψώνια που μαζεύεις; Και το μεγαλύτερο είναι αυτός ο Εψιλον Χι».

Κάνα μήνα αργότερα, στο τυπογραφείο, Σάββατο μεσημέρι για την καθιερωμένη κρασοκατάνυξη και τα συναφή. Συνήθεια χρόνων. Συνέπεσαν οι δυο τους χωρίς να ανταλλάξουν καν χαιρετισμό. Γρήγορα έδεσαν τα «πηγαδάκια». Οι «φιλολογούντες» στον κύκλο του Γονατά και οι «φιλοσοφούντες» στου Κονδύλη. Οι πρωταγωνιστές έδειχναν εμφανώς να «αδιαφορούν» παντελώς ο ένας για τον άλλον. 
Υποτίθεται...  
Με την άκρη του ματιού και τα αυτιά τσιτωμένα παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα στη διπλανή παρέα. 
- «Κύριε Κονδύλη, για ποιον Γιούγκερ μιλάτε;». 
- «Μα για τον Ερνστ, κύριε Γονατά». 
- «Τον ξέρετε; Έχω τα Απαντά του, σε γαλλική μετάφραση. Τον λατρεύω». 
- «Είναι φίλος μου. Τον επισκέπτομαι συχνά. Η πολίχνη που διαβιεί είναι κοντά στη Χαϊδελβέργη. Έχουμε και αλληλογραφία». 
- «Και είναι πράγματι 88 χρονών, κυκλοφορεί με ποδήλατο και καπνίζει 4 πακέτα άφιλτρα τσιγάρα;».
- «Ακριβώς. Βλέπω γνωρίζετε λεπτομέρειες!».

Όλοι μας ακούγαμε το όνομα του Γερμανού συγγραφέα πρώτη φορά. Στα ελληνικά δεν είχε, μέχρι τότε, κυκλοφορήσει τίποτε. Οι κύκλοι όμως παρέμεναν άτμητοι. Σε λίγο: 
- «Ακουσα, κύριε Γονατά, να αναφέρεσθε με θαυμασμό στον Γκριλπάρτσερ. Σπουδαίος. Τον αναγιγνώσκω μετ’ ευχαριστήσεως».

Μετά από κάμποσα τέτοια οι κύκλοι ενώθηκαν. Τα «κύριε» ευθύς παραμερίστηκαν και, πράγμα απρόσμενο για τις πεποιθήσεις και των δύο, αντικαταστάθηκαν με τα τρυφερά «Τάκη μου», «αγαπητέ μου Νώντα». 
Δεν υπήρχε περιοχή της Τέχνης που να μην κατείχαν και τις υποσημειώσεις. Λάτρευαν τον Μπονιουέλ, τον Σκριάμπιν, τον Αϊβαζόφσκι, τον Λεσκώφ, τον Σολωμό, τους Ρώσους παντός καιρού και εποχής (ο Τάκης τους διάβαζε στο πρωτότυπο), τη νεοελληνική παραλογοτεχνία (Ιωάννη Σκουτερόπουλο, Αγγελο Τσουκαλά, Αριστείδη Κυριακό…), τους βυζαντινούς υμνωδούς (έψαλαν παρέα, όχι βεβαίως σε εκκλησία) και ό,τι άλλο βάλει ο νους.

Ο Κονδύλης αρκετές φορές μας είχε κεραυνοβολήσει: 
- «Την ουσία του έργου μου μόνον ο Γονατάς έχει σε βάθος κατανοήσει, που δεν με διαβάζει κιόλας». 
- «Τάκη μου, αυτά τα απέραντα πονήματά σου δεν τα μπορώ. Ανιώ αφάνταστα. Τ’ άλλα όμως, Παβέζε, Λίχτενμπεργκ, Σαμφόρ, Ριβαρόλ και τα σχετικά τα μελετώ εξονυχιστικώς». 

Οι εκλεκτικές τους συγγένειες, γειτόνευαν και τα σπίτια τους —στην Κηφισιά ο ένας, στον Κοκκιναρά ο άλλος—, δημιούργησαν ξεχωριστή, εγκάρδια φιλία. Είχαν διαβάσει τα ίδια βιβλία, συγκινηθεί με παραπλήσιες ουράνιες μουσικές, συναπαντηθεί με εξαίσιους θιάσους. Για τον μόνο άνθρωπο που με ρωτούσε ο Τάκης τι κάνει, στα πυκνά τηλεφωνήματά του από τη Γερμανία, ήταν ο Νώντας. 
- «Δεν φανταζόμουνα ποτέ ότι θα συναντούσα στην καθ’ ημάς Ανατολή έναν αληθινά καλλιεργημένο άνθρωπο σαν τον Γονατά. Να μου τον ασπασθείς αλά ρωσικά». 

Ο Γονατάς δεν σήκωνε το τηλέφωνο παρά μόνο αν χτυπούσε με μυστικό σήμα. Συχνά τα μπέρδευε τα συνωμοτικά και δεν το σήκωνε καθόλου. Έχουμε περάσει ώρες πολλές με γέλια, αθώα πειράγματα εκατέρωθεν και καλή καρδιά, αλλά και συζητήσεις απροσμέτρητης ευφορίας.

Ο Νώντας, όταν πέθανε ο Τάκης (θλίψη ασήκωτη), στο γραφείο του κορνίζωσε και τοποθέτησε δίπλα στις φωτογραφίες του Τσέχωφ και του Φλωμπέρ (τους δασκάλους του, όπως έλεγε) και εκείνη του Τάκη, χαρισμένη από τον ίδιο τον Κονδύλη, μετά από φορτικές παρακλήσεις του Εψιλον Χι. Χειρονομία μία και μοναδική.

_________________________________________________________
Ένα ''δάνειο'' από το αφιέρωμα της ''Εφημερίδας των Συντακτών''


  ΕΛΕΓΧΟΣ 

Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2021

Υπόγεια πόλη, Ο Ξενοφών ονομάζει τους κατοίκους σαν τρωγλοδύτες





Την πόλη μπορούν να την σφραγίσουν από μέσα με μεγάλες πέτρινες πόρτες που ζυγίζουν έως και 500 κιλά ! Κελάρια, τραπεζαρίες και παρεκκλήσια. Εργαστήρια παραγωγής κρασιού και λαδιού, στάβλοι.
Οι αποθήκες, οι πηγές και τα φρεάτια εξαερισμού... μπορούσαν να εξασφαλίσουν τη μακροχρόνια παραμονή των ανθρώπων που φιλοξενούσε αυτή η υπόγεια πόλη στη Μαλακοπή.
Αρχικά κτίστηκε από τους Φρύγες, μεταξύ 8ου και 7ου αιώνα π.Χ. σύμφωνα με το τουρκικό τμήμα πολιτισμού και μετά διευρύνθηκε κατά τη βυζαντινή εποχή. Πιθανόν όμως αυτό να έγινε και από τους Χιττίτες ακόμα παλαιότερα όπως το 1.400 π.Χ. 

Η αρχαιότερη γνωστή πηγή είναι ο Ξενοφών ο οποίος αναφέρει στο έργο του ‘Ανάβασις’ ότι οι τρωγλοδύτες κάτοικοι της Ανατολίας έσκαβαν υπόγεια τα σπίτια τους με την άνεση να χωρούν ολόκληρη οικογένεια, με οικόσιτα ζώα και αποθήκες τροφίμων.




Το 1963 ένας κάτοικος του χωριού Μαλακοπή (Derinkuyu στα Τουρκικά, που σημαίνει Βαθύ Πηγάδι) στην περιοχή της Καππαδοκίας, γκρεμίζοντας ένα τοίχο στο σπίτι του που ήταν -όπως όλα της περιοχής- σκαμμένο στο βράχο, ανακάλυψε έκπληκτος, ότι πίσω από τον βράχο υπήρχε ένα μυστηριώδες δωμάτιο το οποίο δεν είχε ξαναδεί. Αυτό το δωμάτιο τον οδήγησε σ’ ένα άλλο και μετά σε άλλο και ούτω καθ’ εξής.

Οι αρχαιολόγοι άρχισαν να μελετούν την υπόγεια πόλη και έφτασαν στα 40 μ. βάθος. Τελικά ανακαλύφθηκαν 11 επίπεδα εκ των οποίων μόνο στα οκτώ πρώτα είναι δυνατή η επίσκεψη, κάτι που ξεκίνησε το 1969. Στα υπόλοιπα γίνονται ακόμα μελέτες και ανασκαφές, από τους αρχαιολόγους.

Η υπόγεια πόλη στο σημερινό Derinkuyu έχει όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία που υπάρχουν και στις άλλες υπόγειες πόλεις- συγκροτήματα της ευρύτερης περιοχής της Καππαδοκίας όπως: εργαστήρια κρασιού και ελαίου, στάβλους, κελάρια, δωμάτια αποθήκευσης, τραπεζαρίες και παρεκκλήσια. Μοναδικό στοιχείο στο συγκρότημα του Derinkuyu, το οποίο βρίσκεται στο δεύτερο επίπεδο, είναι ένα ευρύχωρο δωμάτιο με μια θολωτή οροφή.






Έχει αναφερθεί ότι αυτό το δωμάτιο χρησιμοποιήθηκε ως Θρησκευτική Σχολή ενώ τα δωμάτια στο αριστερό του μέρος προοριζόταν για μελέτη. Μεταξύ των τρίτου και τέταρτου επιπέδου υπάρχει μια κάθετη σκάλα. Αυτό το πέρασμα οδηγεί σε μια σταυροειδή εκκλησία στο χαμηλότερο επίπεδο.

Η 55 μ. κυλινδρική στήλη εξαερισμού, εμφανίζεται να χρησιμοποιείται ως φρεάτιο. Η κυλινδρική στήλη παρείχε επίσης το νερό για να πλένονται οι διαμένοντες, όταν ο εξωτερικός κόσμος δεν τους ήταν προσιτός.

Την πόλη μπορούσαν να την σφραγίσουν από μέσα με μεγάλες πέτρινες πόρτες. Διέθετε επίσης αποθήκες, πηγές και φρεάτια εξαερισμού που έφταναν μέχρι 30 μ. βάθος, έτσι καθιστούσαν δυνατή τη μακροχρόνια παραμονή σ’ αυτές. Η υπόγεια πόλη στη Μαλακοπή (Melegubu ή Derinkuyu) είναι η μεγαλύτερη που έχει ανασκαφτεί στην Τουρκία.

Το συγκρότημα έχει συνολικά 11 επίπεδα, αν και πολλά από αυτά δεν έχουν ανασκαφεί. Καλύπτει μια έκταση 2.000 τετραγωνικών ποδών, η οποία πιθανόν να φτάνει τα 7.000 τετραγωνικά πόδια (650 τετρ. μέτρα). Κάθε επίπεδο θα μπορούσε να κλείσει ανεξάρτητα από τα άλλα. Η πόλη είναι συνδεδεμένη με άλλες υπόγειες πόλεις με σήραγγες πολλών χιλιομέτρων.




Οι βαριές πέτρινες πόρτες, οι οποίες απομόνωναν το υπόγειο συγκρότημα από τον έξω κόσμο. Αυτές έχουν ένα ύψος 1-1,5 μ, 30-50 εκατ. στο πλάτος και ζυγίζουν 200-500 κιλά.

Η τρύπα στο κέντρο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ανοιγοκλείνει η πόρτα-μυλόπετρα, ή για να βλέπουν ποιός είναι στην άλλη πλευρά. Πολλές παγίδες είχαν σχεδιαστεί για να παραπλανήσουν, να απομονώσουν και να φυλακίσουν τους εισβολείς οι οποίοι εάν έπεφταν μέσα ήταν καταδικασμένοι σε αργό και μαρτυρικό θάνατο.

Οι επιτιθέμενοι, γνωρίζοντας τις παγίδες που περιμένουν αυτούς που εισβάλλουν, συνήθως προσπαθούσαν να κάνουν τον τοπικό πληθυσμό να αφήσει τα καταφύγια του, με τη δηλητηρίαση των φρεατίων. Οι κατασκευαστές όμως είχαν προβλέψει και αυτόν τον κίνδυνο και είχαν ανοίξει πηγάδια τα οποία ποτέ δεν έφθαναν στο επίπεδο της επιφάνειας της γης.

Η υπόγεια πόλη στη Μαλακοπή χρησιμοποιείτο για να κρύβονται και οι πρώτοι Χριστιανοί, που κατόρθωναν να ξεφύγουν από τη δίωξη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Όλα τα ευρήματα των ανασκαφών, σε αυτές τις υπόγειες κατασκευές ανήκουν στη μέσο βυζαντινή περίοδο, δηλαδή μεταξύ του 5ου και του 10ου αιώνα μ.Χ.




*  Οι υπόγειες κατασκευές, χρησιμοποιούνται γενικά ως καταφύγιο και για θρησκευτικούς λόγους, οι διαμάχες γύρω από τους οποίους αυξάνονται κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Οι Ελληνόφωνες χριστιανικές κοινότητες της περιοχής προστατεύονταν κλείνοντας τις πόρτες των καταφυγίων, για να αποφύγουν τις αραβικές επιδρομές του χαλιφάτου Umayad που άρχισαν τον 7ο αιώνα και των Αβασιδών αργότερα.

Οι υπόγειες πόλεις στη Καππαδοκία είναι πάρα πολλές (τουλάχιστον 200 με δύο επίπεδα και 40 με τρία και πάνω) και έχουν κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα όπως δωμάτια για την αποθήκευση τροφίμων, κουζίνες, στάβλους, εργαστήρια κρασιού ή ελαίου και αγωγούς για τον εξαερισμό. Η υπόγεια πόλη της Μαλακοπής, με τα ένδεκα επίπεδα και το μεγάλο βάθος της των 85 μέτρων, ήταν αρκετά μεγάλη για να προστατεύσει από 3 έως και 50 χιλιάδες ανθρώπων, μαζί με το ζωικό τους κεφάλαιο.



ΕΛΕΓΧΟΣ

Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2021

Φανάρι Διογένους ή Μνημείο Λυσικράτους



       Η οδός των Τριπόδων 

Ένας από τους κυριότερους  και φαρδύτερους δρόμους, με πλάτος έξι μέτρα, της αρχαίας Αθήνας, και ο πιο σύντομος για να πάει κάποιος από το θέατρο του Διονύσου έως την Αρχαία Αγορά. Η πολυσύχναστη «Οδός Τριπόδων», εδώ που ο Περικλής πρωτοσυνάντησε την Φρύνη (γνωστή εταίρα της εποχής). 

Η οδός πήρε το όνομά της από τα δεκάδες μικρά κτίσματα που υπήρχαν εκτεθειμένα κατά μήκος και εκατέρωθέν της και έφεραν επάνω τους χάλκινους τρίποδες-έπαθλα* χορηγών (χρηματοδοτών-παραγωγών) νικηφόρων θεατρικών και μουσικών αγώνων. 



«Έστι δε οδός από του πρυτανείου καλουμένη Τρίποδες∙ αφ’ ου καλούσι το χωρίον, ναοί όσον ες τούτο μεγάλοι και σφισιν εφεστήκασι τρίποδες, χαλκοί»,  αναφέρει ο Παυσανίας στο «Ελλάδος Περιήγησις».

Την μεγαλύτερη πυκνότητα σε χορηγικά μνημεία φαίνεται πως είχε κατά τον 4ο αι. π.Χ. το κομμάτι του δρόμου στις ανατολικές υπώρειες του λόφου της Ακροπόλεως, όπως αποδεικνύεται από τα ανασκαφέντα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα που ορίζουν τα κράσπεδά του.

Σύμφωνα μάλιστα με τον αρχιτέκτονα Καζαμιάκη, ο οποίος διαμόρφωσε τον αρχαιολογικό χώρο, η μεγάλη αρχαιολογική αξία του δρόμου οφείλεται στο ότι ο δρόμος αυτός ήταν ένας δρόμος, όχι για να εξυπηρετεί απλές κυκλοφοριακές ανάγκες αλλά ακριβώς ένας ο δρόμος για να εξυπηρετεί τις ανάγκες για το Θέατρο και γενικότερα για τις Καλές Τέχνες.

Τοπογραφικό σχέδιο της Αγοράς και των περιχώρων της. Βορείως του
Περιπάτου και σε επίπεδο χαμηλότερο από αυτόν διαγράφεται η
πορεία της Οδού Τριπόδων, που εκτεινόταν από το τέμενος του
  Διονύσου Ελευθερέως έως το Πρυτανείον της Αγοράς.

Ο δρόμος ξεκινούσε από την είσοδο του τεμένους του Διονύσου, πήγαινε περιφερειακά προς ανατολάς και, αφού παρέκαμπτε την ανατολική πλευρά της Ακροπόλεως, διέτρεχε το βόρειο τμήμα του ιερού βράχου οδηγώντας στα βορειοδυτικά του, ίσως στο σημείο που η Οδός Παναθηναίων γινόταν ιδιαίτερα ανηφορική, προς την κατεύθυνση του Πρυτανείου της Αγοράς, όπου σύμφωνα με τον Παυσανία βρισκόταν η αφετηρία της.
Οι θεατρικές και μουσικο-χορευτικές παραστάσεις που διεξάγονταν στο Θέατρο του Διονύσου λάμβαναν την μορφή διαγωνισμών, οι νικητές των οποίων σταδιακά γέμισαν τον χώρο του Διονυσιακού ιερού με ποικίλα αναθήματα-αφιερώματα εις ανάμνηση των επιτυχιών τους.

Στις μέρες μας σώζονται μόνο δύο τέτοια μνημεία κατά μήκος της Οδού Τριπόδων, το ένα εκ των οποίων διατηρείται σε αρκετά καλή κατάσταση στο δυτικό όριο της οδού. 
Πρόκειται για το Χορηγικό Μνημείο του Λυσικράτους, το οποίο ανεγέρθη με αφορμή τη νίκη του (κατάκτηση του πρώτου βραβείου) σε αγώνα διθυράμβων το έτος 335/4 π.Χ., όπως μας πληροφορεί η αφιερωματική επιγραφή που είναι χαραγμένη στην εμπρόσθια πλευρά. 

Αθήνα 1900. Το μνημείο του Λυσικράτη*.

Φωτογραφία από: «Η Αθήνα μέσα στο χρόνο»... 


Αποτελείται από μικρών διαστάσεων κυλινδρικό κιονοστήριχτο θολωτό οικοδόμημα κορινθιακού ρυθμού, που εδράζεται σε ψηλό τετράγωνο βάθρο (μήκους 3 μ. και ύψους 4 μ.). Οι κίονες, κατασκευασμένοι από πεντελικό μάρμαρο, συνιστούν την πρωιμότερη χρήση κορινθιακού ρυθμού στο εξωτερικό ενός κτίσματος· τα μεταξύ τους διάκενα, που αρχικά σχεδιάσθηκαν ώστε να παραμείνουν ανοιχτά με σκοπό την έκθεση κάποιου αγάλματος στο κέντρο, σύντομα καλύφθηκαν με καμπυλωτές πλάκες από υμήττειο μάρμαρο, προφανώς διότι το μεγάλο βάρος της υπερκείμενης κωνικής στέγης απειλούσε την στατικότητα του κτιρίου. 

Ο θριγκός (ανωδομή) του μνημείου διαρθρώνεται σε ιωνικό επιστύλιο και ανάγλυφη ζωφόρο με παραστάσεις παρμένες από τον διονυσιακό μύθο (ο Διόνυσος, με την βοήθεια των Σατύρων, τιμωρεί τους πειρατές που τον είχαν αιχμαλωτίσει μεταμορφώνοντάς τους σε δελφίνια). 
Την μονολιθική φολιδωτή στέγη επιστέφει τρίπλευρο κιονόκρανο διακοσμημένο με έλικες, επί του οποίου ήταν τοποθετημένος ο χορηγικός τρίποδας που κέρδισε ο Λυσικράτης. Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας (1669) το μνημείο περιήλθε στην κατοχή (δικαιοδοσία) της μονής των Καπουτσίνων, στην οποία ενσωματώθηκε, ενώ στα 1845 και 1892 δέχθηκε επισκευές από τους Γάλλους.

Ήθελε να το κλέψει ο Έλγιν. Σώθηκε από τα χέρια του Έλγιν χάρη στον τότε ηγούμενο των μοναχών, που δεν ενέδωσε στις πιέσεις και τις οικονομικές προφορές του.

Μετά την ελληνική επανάσταση του 1821, κατά τη διάρκεια της οποίας η μονή των Καπουτσίνων κάηκε, το μνημείο παρέμεινε στην ιδιοκτησία της γαλλικής κυβέρνησης, μέχρι που ανταλλάχτηκε με ένα οικόπεδο στην οδό Διδότου (όπου η Γαλλική σχολή) και έκτοτε ανήκει στο ελληνικό δημόσιο.

Η οδός Τριπόδων, που στην αρχαιότητα λόγω της σύνδεσής της με το θέατρο και τις Τέχνες, ήταν εκτός των άλλων και ένας πανέμορφα στολισμένος δρόμος, έχει πολλές αναφορές και στη νεότερη ιστορία.

Ο λόρδος Βύρων που φιλοξενήθηκε στη μονή των Καπουτσίνων της οδού Τριπόδων αναφέρει σε επιστολή του για την ομορφιά του τοπίου: 

«Μπροστά μου έχω τον Υμηττό, πίσω μου την Ακρόπολη, δεξιά μου το ναό του Δία, μπροστά το Στάδιο, αριστερά μου την πόλη.  Ε, κύριε αυτό θα πει γραφικότητα.
Δεν υπάρχει κύριε τίποτα παρόμοιο στη Λόντρα, όχι, ούτε καν η κατοικία του Λόρδου Δημάρχου». 

Την οδό Τριπόδων, έχουν διασχίσει κατά καιρούς όλες οι πνευματικές και καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες, που έμεναν ή σύχναζαν στην Πλάκα, όπως ο Δροσίνης, ο Παλαμάς, ο Παπαδιαμάντης, η Μερκούρη, ο Χορν και πολλοί άλλοι. 

Μικρή λεπτομέρεια: Αναφέρεται στο βιβλίο με τα ελληνικά ρεκόρ Γκίνες, ως ο μακροβιότερος δρόμος της πόλης που έχει διατηρήσει την ίδια ονομασία για 25 σχεδόν αιώνες.
____________________________________________________________ 

Σημειώσεις:

* 1η φωτό της ανάρτησης: Το 1669 το μνημείο αγοράζεται από μοναχούς Καπουτσίνους, που ιδρύουν τη μονή τους ακριβώς δίπλα και το περίφημο Μνημείο του Λυσικράτους ενσωματώνεται στην Μονή των Καπουτσίνων, στη φωτογραφία η οδός Τριπόδων και η μονή βέβαια το 1758. 

* Οι τρίποδες ήταν έπαθλα των χορηγών των θεατρικών αγώνων που συχνά αφιερώνονταν στον θεό Απόλλωνα. Γι΄ αυτό τα μνημεία ονομάστηκαν χορηγικά και τοποθετούνταν στο δρόμο που ήταν έξω από το θέατρο. Το όνομα του χορηγού – νικητή αναφέρεται σε επιγραφή που βρίσκεται στο επιστύλιο του κυλινδρικού κτίσματος. Ο τρίποδας- βραβείο ήταν στηριγμένος στην άκανθο, πάνω στη στέγη. 

Οι τρίποδες ήταν τοποθετημένοι πάνω σε βάσεις, που τον 5ο αιώνα ήταν απλές, ενώ τον 4ο πήραν τη μορφή μικρού ναού.Τα περισσότερα μνημεία της οδού Τριπόδων καταστράφηκαν με το πέρασμα του χρόνου.

Το μνημείο του Λυσικράτη που κατασκευάστηκε το 334 π.Χ, είναι το καλύτερα διατηρημένο μέχρι σήμερα.

Σημ. αποστολέα: 1) Εμείς το λέγαμε: Το Φανάρι του Διογένους… 

2) Σώζονται σήμερα και είναι ορατά τα κατάλοιπα τετράγωνων βάσεων και άλλων χορηγικών μνημείων κατά μήκος της οδού Σέλεϋ (πριν από την Τριπόδων). 

3) Αρχικά το μνημείο περιβαλλόταν μόνο από τους κορινθιακούς κίονες και στο εσωτερικό του υπήρχε άγαλμα του Διονύσου. Οι καμπύλες πλάκες από υμήττειο μάρμαρο στα ενδιάμεσα των κιόνων στην περιφέρειά του τοποθετήθηκαν πολύ αργότερα για να ενισχύσουν τη στατική του. ν.μ. 

Το ''Μνημείο του Λυσικράτους'' στον κόσμο



Σκωτία

Εδιμβούργο: 
Η επονομαζόμενη Αθήνα του Βορρά, και μέσα στην προσπάθεια αυτή έφτιαξαν και μιά [μάλλον θλιβερή!] απομίμηση του Παρθενώνα στην κορυφή του λόφου του Κάρλτον Χιλλ, και ένα μάλλον ευπρεπέστερο αντίγραφο του μνημείου του Λυσικράτη.






Το όμορφο αυστραλιανό αντίγραφο στολίζει τον πανέμορφο
Βοτανικό κήπο του Σίδνεϊ εδώ και εβδομήντα χρόνια.
Αυστραλία

Σίδνεϊ, Βασιλικός Βοτανικός

Κήπος:  Κάτω από τα πλούσια δέντρα, θα αντικρίσει κανείς, ξαφνιασμένος, ανάμεσα στα ανθισμένα παρτέρια κοντά στη θάλασσα, ένα από τα στολίδια της πρωτεύουσας της Ελλάδας, το αγαπημένο «Φανάρι του Διογένη», όπως αποκαλούσαν αρκετοί παλαιότεροι, το χορηγικό μνημείο του Λυσικράτη.

Η ιστορία: Ο sir John Young, προτελευταίος, πριν από τον Γλάδστωνα, Εγγλέζος ύπατος αρμοστής των Ιονίων Νήσων, έφυγε από την Κέρκυρα το 1869, και το 1870 ήλθε στο Σίδνεϊ ως κυβερνήτης της Νέας Νοτίου Ουαλίας.  Ήταν λάτρης της αρχαιότητας κι είχε μαζί του την τετράτομη μελέτη του 1762 των James Stuart και Nicholas Revett «The Antiquities of Athens». O Young και ο πρωθυπουργός της Νέας Νότιας Ουαλίας, sir James Martin, έγιναν φίλοι –και τα βιβλία του Young χρησιμοποιήθηκαν από τον μάστορα του Martin στη δημιουργία της κόπιας του Μνημείου του Λυσικράτη στον κήπο του. Το 1943, ο κήπος του Martin έγινε πολεμικό ναυπηγείο. Το μνημείο, όμως, διασώθηκε και μεταφέρθηκε στον Βοτανικό Κήπο από τον τότε φιλέλληνα υπουργό Παιδείας, Clive Evatt.______________________________


Με πληροφορίες από: 
”Αρχαιολογία της πόλης των Αθηνών”, 
http://willingtobegreek.wordpress.com
http://culture.thessaloniki-portal.gr/
www.mixanitouxronou.gr

ΕΛΕΓΧΟΣ